Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις ότι η κυβέρνησή του έχει εισέλθει σε περίοδο βαθιάς πολιτικής αστάθειας. Η απόφαση ήρθε μετά την ήττα της κυβέρνησης σε κρίσιμες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, αλλά και έπειτα από μήνες πιέσεων που αφορούν τη διαφθορά, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού.
Οι φήμες για πρόωρες εκλογές εντάθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο, όταν το κοινοβούλιο απέρριψε δύο νομοθετικά διατάγματα που είχε προωθήσει η κυβέρνηση μειοψηφίας. Τα μέτρα αποσκοπούσαν στην προστασία των ενοικιαστών και στον περιορισμό των συνεπειών από τις αυξήσεις των μισθωμάτων. Η απόρριψή τους ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη δυσκολία του Σάντσεθ να εξασφαλίσει σταθερές κοινοβουλευτικές συμμαχίες.
Σε τηλεοπτικό διάγγελμα, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι για να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις χρειάζεται «μια ευρύτερη προοδευτική πλειοψηφία», ικανή να «ξεπεράσει την αντίσταση των ελίτ». Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η κυβέρνησή του έχει κάνει λάθη και δεν έχει πετύχει όλους τους στόχους που είχε θέσει. Όπως σημείωσε, παραμένουν σοβαρά προβλήματα στους τομείς των ανισοτήτων, των δημόσιων υπηρεσιών και της πρόσβασης στη στέγαση.
Η στεγαστική κρίση και η υπόθεση της Μαρικάρμεν
Η στεγαστική κρίση αποτέλεσε την άμεση αφορμή για τη νέα πολιτική αναταραχή. Η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι της στη συνοικία Ρετίρο της Μαδρίτης προκάλεσε έντονη κοινωνική αντίδραση και μετατράπηκε σε σύμβολο της κρίσης.
Η ηλικιωμένη γυναίκα ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα για περισσότερα από 70 χρόνια. Ωστόσο, το ενοίκιό της αυξήθηκε από 500 ευρώ σε 2.650 ευρώ, ποσό που δεν μπορούσε να καλύψει. Η υπόθεση ανέδειξε με δραματικό τρόπο τις συνέπειες των απότομων αυξήσεων στις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους και τα νοικοκυριά με χαμηλό ή σταθερό εισόδημα.
Χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους, ενώ εδώ και περισσότερο από μία εβδομάδα εκατοντάδες άνθρωποι έχουν κατασκηνώσει στην Πουέρτα ντελ Σολ, την κεντρική πλατεία της Μαδρίτης. Ανάλογες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε πολλές πόλεις της χώρας. Η Ένωση Ενοικιαστών της Μαδρίτης, μία από τις οργανώσεις που συντονίζουν τις κινητοποιήσεις, υποστήριξε ότι περίπου 950.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις σε ολόκληρη την Ισπανία κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει τα νομοθετικά μέτρα ως απάντηση στην κοινωνική πίεση. Η κοινοβουλευτική τους απόρριψη, όμως, ενίσχυσε την εικόνα μιας κυβέρνησης που αδυνατεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες της σε αποτελεσματική πολιτική. Για τον Σάντσεθ, το ζήτημα της στέγασης δεν είναι πλέον μόνο κοινωνικό και οικονομικό· έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο πολιτικό μέτωπο.
Η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα
Παράλληλα, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με επικρίσεις για τη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στη Θέουτα. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, δεκάδες χιλιάδες μετανάστες εισήλθαν στο ισπανικό έδαφος, στην περιοχή που συνορεύει με το Μαρόκο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και τμήματα της κοινής γνώμης.
Σε αντίθεση με αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες, ο Σάντσεθ έχει υποστηρίξει ότι η μετανάστευση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, η κυβέρνησή του προχώρησε στη νομιμοποίηση της κατάστασης εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών χωρίς έγγραφα που ζουν στην Ισπανία.
Η επιλογή αυτή ενίσχυσε τη στήριξη προς την κυβέρνηση από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προοδευτικούς ψηφοφόρους, αλλά ταυτόχρονα έδωσε στην αντιπολίτευση την ευκαιρία να κατηγορήσει τον πρωθυπουργό για ανεπαρκή έλεγχο των συνόρων. Το μεταναστευτικό παραμένει ένα από τα ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την εκλογική συμπεριφορά.
Η άνοδος της δεξιάς και η διεθνής στάση της Ισπανίας
Ο Σάντσεθ είναι ένας από τους λίγους κεντροαριστερούς ηγέτες που εξακολουθούν να κυβερνούν στην Ευρώπη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο δεξιός λαϊκισμός ενισχύεται. Έχει υιοθετήσει σαφή θέση σε διεθνή ζητήματα, όπως η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους, η ευθύνη των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης και η αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν.
Η Ισπανία αρνήθηκε να επιτρέψει σε αμερικανικά βομβαρδιστικά να χρησιμοποιήσουν βάσεις στο έδαφός της. Ο Ισπανός πρωθυπουργός επέκρινε ανοιχτά τις αμερικανικές επιθέσεις, προκαλώντας την οργή και τις απειλές της κυβέρνησης Τραμπ. Τον Μάρτιο, ο Τραμπ προειδοποίησε ακόμη και για πιθανή διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με την Ισπανία.
Παρά τις πιέσεις, ο Σάντσεθ δεν υποχώρησε. Η στάση του εξασφάλισε την υποστήριξη πολιτών που αντιτίθενται στην αμερικανική πολιτική, αλλά ταυτόχρονα ενέτεινε την πόλωση στο εσωτερικό και επέτρεψε στη δεξιά αντιπολίτευση να τον κατηγορήσει ότι δίνει προτεραιότητα στη διεθνή εικόνα του αντί στα καθημερινά προβλήματα των Ισπανών.
Τα σκάνδαλα διαφθοράς επιβαρύνουν την κυβέρνηση
Η πολιτική κρίση επιδεινώθηκε από σειρά σκανδάλων διαφθοράς. Τον Απρίλιο, η σύζυγος του πρωθυπουργού, Μπεγκόνα Γκόμεθ, κατηγορήθηκε για διαφθορά μετά από διετή ποινική έρευνα. Αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι αξιοποίησε τη θέση και τις διασυνδέσεις της για να προωθήσει την προσωπική της καριέρα. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ενώ ο Σάντσεθ τις χαρακτήρισε προσπάθεια της δεξιάς να υπονομεύσει τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Τον Μάιο, η αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο στα κεντρικά γραφεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Μαδρίτη, στο πλαίσιο έρευνας για καταγγελίες ότι συνεργάτης πληρώθηκε προκειμένου να οργανώσει εκστρατεία παραπληροφόρησης. Το κόμμα αρνήθηκε κάθε εμπλοκή.
Τον Ιούνιο, ο πρώην υπουργός Μεταφορών Χοσέ Λουίς Αμπάλος καταδικάστηκε σε 24 χρόνια φυλάκισης, αφού κρίθηκε ένοχος για συμμετοχή σε δίκτυο που εισέπραττε μίζες από την πώληση μασκών κατά την περίοδο της πανδημίας. Αν και ο Σάντσεθ δεν κατηγορείται προσωπικά, η υπόθεση έπληξε την αξιοπιστία της κυβέρνησης και δημιούργησε την εντύπωση ότι το κόμμα δεν μπορεί να ελέγξει τα στελέχη του.
Οι πρόωρες εκλογές ως πολιτικό στοίχημα
Η Ισπανία δεν αναμενόταν να οδηγηθεί σε γενικές εκλογές πριν από το καλοκαίρι του 2027. Η απόφαση του Σάντσεθ να επισπεύσει την προσφυγή στις κάλπες αποτελεί, επομένως, υψηλού ρίσκου πολιτικό στοίχημα. Ο πρωθυπουργός επιδιώκει να ανανεώσει την εντολή του και να αποκτήσει ισχυρότερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως κινδυνεύει να τιμωρηθεί για την πολιτική αστάθεια και τα σκάνδαλα που έχουν συσσωρευτεί.
Το εκλογικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το κατά πόσο οι ψηφοφόροι θα δώσουν προτεραιότητα στις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και στη φιλοπροοδευτική στάση του Σάντσεθ ή θα εστιάσουν στη στεγαστική κρίση, τη μετανάστευση, το κόστος ζωής και τις καταγγελίες διαφθοράς. Έτσι, το αδιέξοδο του Σάντσεθ μετά τις διαδοχικές κρίσεις και οι πρόωρες εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια κοινοβουλευτική εξέλιξη, αλλά μια κρίσιμη αναμέτρηση για την πολιτική κατεύθυνση της Ισπανίας.




