Την έντονη ανησυχία τους για τις παρατεταμένες προφυλακίσεις εκλεγμένων εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Τουρκία εκφράζουν, με κοινή δήλωσή τους, εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η κοινή ευρωπαϊκή παρέμβαση εστιάζει στην κράτηση δημάρχων και άλλων αιρετών, αλλά και στην πρακτική διορισμού επιτρόπων στη θέση εκλεγμένων εκπροσώπων, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την κατάσταση της τοπικής δημοκρατίας στη χώρα.
Η αντιπροσωπεία καταγγέλλει ότι, κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στην Τουρκία, δεν της επιτράπηκε να συναντήσει αιρετούς που βρίσκονται υπό κράτηση. Παράλληλα, ζητά την επανέναρξη ουσιαστικού διαλόγου με τις τουρκικές Αρχές για τις προφυλακίσεις, την απομάκρυνση εκλεγμένων αξιωματούχων και τη διασφάλιση της δημοκρατικής λειτουργίας των δήμων.
Η παρέμβαση δημοσιοποιήθηκε μία ημέρα μετά την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία, η οποία παρουσιάστηκε στις 4 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο του πακέτου διεύρυνσης του 2026 και της αξιολόγησης της προόδου των υποψήφιων προς ένταξη χωρών. Η κοινή αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την Τουρκία από τις 2 έως τις 4 Νοεμβρίου.
Κοινή ευρωπαϊκή παρέμβαση για τις προφυλακίσεις αιρετών
Στη δήλωση που εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψης, οι εκπρόσωποι εκφράζουν τη βαθιά λύπη τους για την άρνηση πρόσβασης σε αιρετούς που βρίσκονται υπό παρατεταμένη προσωρινή κράτηση. Παράλληλα, σημειώνουν ότι δεν πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον υφυπουργό Εσωτερικών της Τουρκίας, γεγονός που, όπως υπογραμμίζουν, περιόρισε τη δυνατότητα άμεσης ανταλλαγής απόψεων με την τουρκική κυβέρνηση.
Τη δήλωση υπογράφουν ο Μαρκ Κουλς και η Μπράιονι Ράντκιν, συνεισηγητές για την τοπική δημοκρατία στην Τουρκία του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Γελένα Ντρένιανιν, πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας για την Τουρκία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, και ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, μόνιμος εισηγητής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία.
Οι τέσσερις εκπρόσωποι επισημαίνουν ότι η απευθείας επικοινωνία με δημοκρατικά εκλεγμένους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στερούνται την ελευθερία τους, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το έργο των ευρωπαϊκών θεσμών. Μόνο μέσω άμεσης επαφής, όπως αναφέρουν, μπορεί να πραγματοποιηθεί τεκμηριωμένη αποτίμηση της κατάστασης της τοπικής δημοκρατίας και της λειτουργίας της αυτοδιοίκησης στην Τουρκία.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον πρώην δήμαρχο Σμύρνης και πρώην αντιπρόεδρο του Κογκρέσου, Τουντς Σογιέρ, στον δήμαρχο Μπουγιουκτσεκμετζέ και μέλος του Κογκρέσου, Χασάν Ακγκιούν, στη δήμαρχο Ουσκουντάρ και αντιπρόεδρο του Κογκρέσου, Σινέμ Ντεντετάς, καθώς και στον δήμαρχο Κωνσταντινούπολης και πρόεδρο της Ένωσης Δήμων της Τουρκίας, Εκρέμ Ιμάμογλου.
Παρουσία στη δικαστική ακρόαση του Ιμάμογλου
Η αντιπροσωπεία παρακολούθησε αυτοπροσώπως τη δικαστική ακρόαση του Εκρέμ Ιμάμογλου την Τρίτη 3 Νοεμβρίου. Στην ανακοίνωση υπογραμμίζεται ότι ο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης αποτελεί εδώ και χρόνια συνομιλητή των ευρωπαϊκών θεσμών και έχει τιμηθεί με το Βραβείο «Δήμαρχος Πάβελ Ανταμόβιτς» για το 2025.
Οι εκπρόσωποι τονίζουν ότι είναι κρίσιμο να διατηρούν άμεση επαφή με τους συναδέλφους τους που βρίσκονται στη φυλακή ή τελούν υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Κατά την άποψή τους, η επικοινωνία αυτή δεν αφορά μόνο την προσωπική κατάσταση των αιρετών, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των εκλεγμένων διοικήσεων να συνεχίζουν να εκπροσωπούν τους πολίτες που τις εξέλεξαν.
Κατά την επίσκεψη πραγματοποιήθηκε επίσης συνάντηση με τον ασκούντα καθήκοντα δημάρχου του Μητροπολιτικού Δήμου Κωνσταντινούπολης, Νουρί Ασλάν. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας και της αυτοδιοίκησης. Οι εκπρόσωποι αναγνώρισαν τον ρόλο του στη διασφάλιση της συνέχειας των δημοτικών υπηρεσιών σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και θεσμικής πίεσης.
Αίτημα για τερματισμό του διορισμού επιτρόπων
Οι υπογράφοντες ζητούν την ταχεία επανέναρξη εποικοδομητικού διαλόγου με τις τουρκικές Αρχές, προκειμένου να επανεξεταστεί το ζήτημα της παρατεταμένης προφυλάκισης αιρετών και στελεχών των διοικήσεών τους. Παράλληλα, ζητούν να τερματιστεί η πρακτική διορισμού επιτρόπων στις περιπτώσεις όπου εκλεγμένοι εκπρόσωποι εμποδίζονται να ασκήσουν την εντολή τους.
«Παραμένουμε βαθιά ανήσυχοι για την κατάσταση των τοπικών αιρετών εκπροσώπων που εμποδίζονται να ασκήσουν την εντολή την οποία τους ανέθεσε ο τουρκικός λαός μέσω δημοκρατικών εκλογών», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Η πρακτική αυτή, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, επηρεάζει όχι μόνο τους ίδιους τους δημάρχους, αλλά και τους πολίτες, καθώς περιορίζει την άμεση σύνδεση ανάμεσα στο εκλογικό αποτέλεσμα και στη διοίκηση των δήμων. Η αντικατάσταση εκλεγμένων αξιωματούχων από διορισμένους επιτρόπους αποτελεί, επομένως, ζήτημα θεσμικής λειτουργίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Οι εκπρόσωποι υπενθυμίζουν επίσης την ανοιχτή επιστολή που είχαν απευθύνει στις 27 Απριλίου 2026 στον υπουργό Εσωτερικών της Τουρκίας σχετικά με την κατάσταση της τοπικής δημοκρατίας. Τονίζουν ότι η Τουρκία, ως ένα από τα παλαιότερα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και ως υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παραμένει σημαντικός εταίρος στη διασφάλιση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο επίκεντρο και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων
Η κοινή δήλωση περιλαμβάνει, παράλληλα, ανησυχίες για τις πρόσφατες εξελίξεις που επηρεάζουν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων στην Τουρκία. Τα μέλη της αντιπροσωπείας συναντήθηκαν με εκπροσώπους οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Υπενθυμίζουν ότι η ελευθερία της έκφρασης, όπως και οι ελευθερίες του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, προστατεύονται από τα άρθρα 10 και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Υπογραμμίζουν ακόμη ότι όσοι ασκούν ειρηνικά τα θεμελιώδη δικαιώματά τους δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν εκφοβισμό, διακρίσεις ή ποινικοποίηση.
Οι εκπρόσωποι των τριών θεσμών δηλώνουν έτοιμοι να συνεχίσουν από κοινού τον διάλογο με τις τουρκικές Αρχές, «σε εποικοδομητικό και ανοιχτό πνεύμα». Στόχος τους είναι να ενισχυθούν οι αρχές της δημοκρατικής διακυβέρνησης, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η κοινή ευρωπαϊκή παρέμβαση για τις προφυλακίσεις δημάρχων και την απομάκρυνση αιρετών στην Τουρκία στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η δημοκρατική νομιμοποίηση, η ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης και η προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για τη σχέση της χώρας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.




