Η πρόταση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για μια νέα, προνομιακή σχέση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Καναδά εξακολουθεί να βρίσκεται περισσότερο στη σφαίρα της πολιτικής φιλοδοξίας παρά σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό σχέδιο. Τρεις ημέρες μετά την ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, η Κομισιόν παραδέχθηκε ότι η ιδέα ενός «συνδεδεμένου εταίρου» ή μιας «συνδεδεμένης ιδιότητας μέλους» δεν έχει ακόμη σαφή νομική βάση ούτε καθορισμένο περιεχόμενο.
Κατά την ενημέρωση των διεθνών ανταποκριτών στις 18 Σεπτεμβρίου, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Ολοφ Γκιλ ρωτήθηκε αν η νέα σχέση θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς. Η απάντησή του ήταν ενδεικτική της αβεβαιότητας που επικρατεί: προς το παρόν, όπως είπε, υπάρχει «απλώς μια ιδέα και μια κοινή δέσμευση Ένωσης και Καναδά να ενισχύσουν τις σχέσεις τους προς αμοιβαίο όφελος».
Η ιδέα για μια νέα σχέση ΕΕ-Καναδά
Η πρόεδρος της Κομισιόν παρουσίασε την πρόταση την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026, στο Στρασβούργο. Μίλησε για τη μετάβαση από τη Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία, γνωστή ως CETA, σε μια «συμμαχία για το μέλλον», με στόχο η σχέση μεταξύ Βρυξελλών και Οτάβας να φτάσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Η αναφορά αιφνιδίασε ευρωβουλευτές, διπλωμάτες και δημοσιογράφους, καθώς η συγκεκριμένη ιδέα δεν περιλαμβανόταν στο κείμενο της ομιλίας που είχε διανεμηθεί εκ των προτέρων. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος βρισκόταν στην αίθουσα, είχε ήδη μιλήσει τις προηγούμενες ημέρες για την ανάγκη μιας «μοναδικής συμμαχίας» με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς όμως να θέσει ζήτημα πλήρους ένταξης.
Ο ίδιος διευκρίνισε στη συνέχεια ότι οποιαδήποτε νέα μορφή σχέσης θα πρέπει να συζητηθεί και να εγκριθεί από το καναδικό κοινοβούλιο. Η επισήμανση αυτή υπογραμμίζει ότι η πρωτοβουλία δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με πολιτικές δηλώσεις, αλλά απαιτεί διαπραγματεύσεις, θεσμικές αποφάσεις και εσωτερική νομιμοποίηση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η Κομισιόν επανέλαβε ότι η πρόταση βρίσκεται ακόμη στο επίπεδο μιας «φιλόδοξης ιδέας». Για να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο, θα πρέπει να ακολουθήσουν διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και την καναδική κυβέρνηση. Ως πρώτο σημαντικό ορόσημο έχει οριστεί η σύνοδος κορυφής ΕΕ–Καναδά, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Μόντρεαλ στις 29 και 30 Οκτωβρίου.
Μέχρι τότε, η επεξεργασία της πρότασης θα συνεχιστεί σε τεχνικό επίπεδο. Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει ο ειδικός απεσταλμένος της ΕΕ για τον Καναδά, ενώ η Κομισιόν υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε μεγάλη αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών.
Τα νομικά εμπόδια της «συνδεδεμένης ιδιότητας μέλους»
Το πρώτο και σημαντικότερο ζήτημα είναι η νομική βάση. Το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι αίτηση πλήρους ένταξης μπορεί να υποβάλει «οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος». Ο Καναδάς, ως χώρα της Βόρειας Αμερικής, δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.
Παράλληλα, ο όρος «συνδεδεμένο μέλος» δεν προβλέπεται πουθενά στις Συνθήκες της ΕΕ. Το πλησιέστερο διαθέσιμο νομικό εργαλείο είναι το άρθρο 217 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή επιτρέπει τη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης με τρίτες χώρες, οι οποίες μπορούν να προβλέπουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, κοινές δράσεις και ειδικές διαδικασίες συνεργασίας.
Μια τέτοια συμφωνία, ωστόσο, θα απαιτούσε ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο της ΕΕ και σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δεν είναι, επομένως, μια διαδικασία που μπορεί να ολοκληρωθεί γρήγορα ή αποκλειστικά σε επίπεδο Κομισιόν.
Η Ένωση έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν τον όρο «συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους». Τον Μάιο, η Γερμανία είχε προτείνει μια αντίστοιχη μορφή σχέσης για την Ουκρανία, ως ενδιάμεσο στάδιο πριν από την πλήρη ένταξη. Η πρόταση δεν συγκέντρωσε, όμως, την απαιτούμενη στήριξη στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η διαφορετική υποδοχή της ιδέας στην περίπτωση του Καναδά μπορεί να σηματοδοτεί αλλαγή στη στρατηγική σκέψη της Κομισιόν. Μπορεί, όμως, να αποτελεί και διαφορά ύφους, καθώς ούτε το σχέδιο για την Ουκρανία ούτε εκείνο για τον Καναδά έχει μετατραπεί μέχρι στιγμής σε συγκεκριμένο νομικό κείμενο.
Επιφυλάξεις από τα κράτη μέλη και αντιδράσεις από τις ΗΠΑ
Η επιφυλακτικότητα δεν περιορίζεται στους αναλυτές. Σύμφωνα με το Reuters, η γερμανική κυβέρνηση έθεσε ήδη ερωτήματα σχετικά με την καταλληλότητα του όρου «συνδεδεμένο μέλος», δηλώνοντας ταυτόχρονα ανοιχτή σε συζήτηση νέων μορφών εταιρικής σχέσης με τον Καναδά.
Η στάση αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο είχε προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τα κράτη μέλη πριν από την ανακοίνωση της προέδρου της Κομισιόν. Οι Βρυξέλλες υποστήριξαν ότι η ιδέα είχε παρουσιαστεί και συζητηθεί «σε διάφορες περιστάσεις», όμως η γερμανική επιφύλαξη δείχνει ότι δεν υπάρχει ακόμη κοινή ευρωπαϊκή θέση.
Την ίδια ώρα, η πρόταση προκάλεσε έντονη αντίδραση στην Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την προοπτική «γελοία» και τον Καναδά «απαίσιο εμπορικό εταίρο». Προειδοποίησε επίσης ότι, εάν θεωρήσει την κίνηση εχθρική πράξη, θα μπορούσε να επιβάλει βαρείς δασμούς στην Ευρώπη ή ακόμη και να διακόψει τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της.
Η αντίδραση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο εμπορικό και πολιτικό μέτωπο που έχει ανοίξει ο Τραμπ με την Οτάβα. Ο Μαρκ Κάρνεϊ, απαντώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απέρριψε τη ρητορική περί καναδικής υποτέλειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριξε ότι ο Καναδάς και η Ευρώπη δεν είναι «καιροσκοπικοί σύμμαχοι» και τάχθηκε υπέρ μιας πιο ανθεκτικής και κυρίαρχης χώρας, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικότερο εταίρο ακόμη και για τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Η γεωπολιτική διάσταση της προσέγγισης
Η πρόταση για στενότερη σχέση ΕΕ-Καναδά δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη γεωπολιτική αναζήτηση, καθώς η διεθνής τάξη γίνεται πιο ασταθής και οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται.
Ο Κάρνεϊ είχε ήδη μιλήσει στο Νταβός για την ανάγκη συσπείρωσης των «μεσαίων κρατών» απέναντι στις ανατροπές της παγκόσμιας τάξης. Το Atlantic Council έχει χαρακτηρίσει αυτή την προσέγγιση «δόγμα Κάρνεϊ», εκτιμώντας ότι η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μέχρι σήμερα την πιο απτή έκφρασή της.
Η καναδική κοινή γνώμη φαίνεται να στηρίζει μια τέτοια κατεύθυνση. Δημοσκόπηση της Abacus Data, που πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 9 Σεπτεμβρίου και δημοσιοποιήθηκε από το CNN, έδειξε ότι περίπου το 80% των Καναδών επιθυμεί στενότερη συνεργασία με την ΕΕ στην εξωτερική πολιτική, την άμυνα και την οικονομία.
Ακόμη υψηλότερο, στο 81%, ήταν το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ μιας στενότερης ολοκλήρωσης που θα διευκόλυνε το εμπόριο, τα ταξίδια, την εργασία, τις σπουδές και τη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας. Παράλληλα, σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες δήλωσαν πλέον υπέρ ακόμη και της πλήρους ένταξης του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι σημαίνει η πρόταση για το μέλλον
Η Κομισιόν απέφυγε να διευκρινίσει αν ένα ανάλογο καθεστώς θα μπορούσε να προσφερθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Αυστραλία ή η Νέα Ζηλανδία. Παρότι η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα έχει αναφερθεί στο παρελθόν σε αυτές ως πιθανούς εταίρους, οι Βρυξέλλες τόνισαν ότι η προσοχή τους επικεντρώνεται αποκλειστικά στον Καναδά.
Ανάλογη ήταν η απάντηση και στο ερώτημα για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Κομισιόν διαχώρισε τις δύο περιπτώσεις, επικαλούμενη το άρθρο 49, το οποίο αφορά ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά την αποχώρησή του από την ΕΕ, ανήκει γεωγραφικά στην κατηγορία των ευρωπαϊκών κρατών, ενώ ο Καναδάς όχι.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναμένεται να δεχθεί νέες ερωτήσεις για το θέμα κατά τη συμμετοχή της στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Εκεί θα συναντήσει, μεταξύ άλλων, τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και τον Αυστραλό πρωθυπουργό Άντονι Αλμπανέζι.
Το βασικό ερώτημα παραμένει αν η «συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους» αποτελεί νέο θεσμικό μοντέλο ή απλώς μια πολιτικά εντυπωσιακή ονομασία για τις δυνατότητες που ήδη προσφέρει το άρθρο 217. Αν απαιτηθεί νέο νομικό πλαίσιο, θα μπορούσε να ανοίξει έμμεσα συζήτηση για τροποποίηση των ευρωπαϊκών Συνθηκών. Αν, αντίθετα, πρόκειται για αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων, τότε η πολιτική σημασία της ανακοίνωσης υπερβαίνει κατά πολύ το πρακτικό της περιεχόμενο.




