Η πολιτική σκηνή στο Ισραήλ θυμίζει «Βαβέλ» μετά την επίσημη ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στον Γκάντι Άιζενκοτ, βασικό πολιτικό αντίπαλο του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο πρόεδρος της χώρας, Ισαάκ Χέρτσογκ, έδωσε στον Άιζενκοτ προθεσμία 28 ημερών για να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη και να σχηματίσει κυβέρνηση.
Το εγχείρημα, ωστόσο, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο. Τα τέσσερα κόμματα που στηρίζουν την παράταξη του Άιζενκοτ δεν διαθέτουν από μόνα τους τις 61 έδρες που απαιτούνται για την εξασφάλιση πλειοψηφίας στην Κνεσέτ. Έτσι, ο νέος εντολοδόχος πρωθυπουργός καλείται να αναζητήσει συμμαχίες σε ένα πολιτικό περιβάλλον γεμάτο αντιθέσεις, προσωπικές φιλοδοξίες και βαθιές ιδεολογικές διαφωνίες.
Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Άιζενκοτ
Μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Χέρτσογκ, ο Άιζενκοτ εμφανίστηκε αποφασισμένος να διεκδικήσει την πρωθυπουργία και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ηγέτη που μπορεί να ενώσει την ισραηλινή κοινωνία.
«Σκοπεύω να γίνω πρωθυπουργός όλων των Ισραηλινών, τόσο αυτών που με ψήφισαν όσο και εκείνων που δεν με ψήφισαν. Δεν έχω καμία πρόθεση να επιτρέψω σε μία πλευρά της κοινωνίας να εξουσιάζει την άλλη», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το Ισραήλ χρειάζεται επειγόντως νέα πολιτική ηγεσία, παρομοιάζοντας την αλλαγή με «οξυγόνο» που είναι απαραίτητο για να μπορέσει η χώρα να αναπνεύσει. Παράλληλα, περιέγραψε την κατάσταση ως έκτακτη ανάγκη και προειδοποίησε ότι όσοι εμποδίσουν τον σχηματισμό κυβέρνησης για προσωπικούς ή κομματικούς λόγους θα κριθούν αυστηρά από την ιστορία.
Ο Άιζενκοτ άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε αντισυμβατικές πολιτικές κινήσεις, προκειμένου να ξεπεράσει το αδιέξοδο. Στο πλαίσιο αυτό, απηύθυνε έκκληση και στο Λικούντ να στηρίξει μια κυβέρνηση υπό τη δική του ηγεσία.
Τα δύσκολα μαθηματικά της Κνεσέτ
Το βασικό πρόβλημα για τον Άιζενκοτ είναι αριθμητικό, αλλά ταυτόχρονα βαθιά πολιτικό. Χωρίς τη συνεργασία επιπλέον κομμάτων, η παράταξή του δεν μπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Κάθε πιθανή συμμαχία, όμως, συνοδεύεται από σοβαρές απαιτήσεις και πολιτικό κόστος.
Στο εσωτερικό της παράταξής του, αρκετοί δεν επιθυμούν τη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα. Βασικό σημείο διαφωνίας είναι η στάση τους απέναντι στη Χαμάς, καθώς δεν την αποκηρύσσουν ως τρομοκρατική οργάνωση. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και να διχάσει ακόμη περισσότερο την ισραηλινή κοινωνία.
Από την άλλη πλευρά, μια συνεργασία με τα κόμματα των υπερορθόδοξων Εβραίων θα απαιτούσε πιθανότατα σημαντικές παραχωρήσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται το αίτημά τους για απαλλαγή από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, ένα ζήτημα που προκαλεί εδώ και χρόνια αντιπαραθέσεις και έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο αυξημένων αναγκών για τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.
Η πρόταση Νετανιάχου για κυβέρνηση εθνικής ενότητας
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υποστήριξε ότι το πολιτικό αδιέξοδο μπορεί να ξεπεραστεί μόνο μέσω μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Η πρότασή του προβλέπει τη συμμετοχή των κομμάτων του εθνικού στρατοπέδου, καθώς και όλων των σιωνιστικών κομμάτων που επιθυμούν να διαφυλάξουν το Ισραήλ ως το μοναδικό κράτος του εβραϊκού λαού.
«Καλώ να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία θα συμμετέχουν όλα τα κόμματα του εθνικού στρατοπέδου και όλα τα σιωνιστικά κόμματα που επιθυμούν να διαφυλάξουν το κράτος μας», δήλωσε.
Ο Άιζενκοτ δεν απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την προοπτική. Έθεσε, όμως, δύο σαφείς προϋποθέσεις: να μείνουν εκτός κυβέρνησης τα ακροδεξιά κόμματα και να αναλάβει ο ίδιος την πρωθυπουργία. Οι όροι αυτοί καθιστούν δύσκολη μια άμεση συμφωνία, καθώς ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρές επιρροές στον χώρο της δεξιάς.
Παράλληλα, ο Άιζενκοτ αναμένεται να συνεχίσει τις επαφές του με άλλους πολιτικούς αρχηγούς. Μετά τη συνάντηση με τον πρόεδρο Χέρτσογκ, προγραμματίστηκε συνάντηση και με τον ηγέτη άλλου κόμματος, τον Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, σε μια προσπάθεια να διερευνηθούν πιθανά περιθώρια συνεργασίας.
Έντονη ανησυχία για τις διεθνείς εξελίξεις
Η εσωτερική πολιτική κρίση εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διεθνή συγκυρία. Κατά την τελετή ανάθεσης της εντολής, ο πρόεδρος Χέρτσογκ τόνισε ότι το Ισραήλ πρέπει να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει κυρώσεις και διπλωματικές πιέσεις, ενώ παράλληλα θα πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πολιτική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αναφορά συνδέεται με το μετεκλογικό περιβάλλον στην Ουάσινγκτον, μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών, αλλά και με τη συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν την πίεση προς τη νέα ισραηλινή κυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να διαχειριστεί όχι μόνο τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, αλλά και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.



