Η Ρωσία κλιμακώνει το σαμποτάζ σε χώρες του ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία και να δοκιμάσει τα όρια της Δύσης. Δεν πρόκειται, τουλάχιστον προς το παρόν, για μια μεγάλης κλίμακας εισβολή με την παραδοσιακή έννοια. Πρόκειται για μια σειρά ενεργειών χαμηλότερης έντασης, οι οποίες όμως μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές αναταράξεις: κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, παραβιάσεις εναέριου χώρου, επιχειρήσεις εκφοβισμού και απόπειρες επηρεασμού της κοινής γνώμης.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η συχνότητα των περιστατικών, αλλά και η δυσκολία απόδοσης ευθύνης. Η Μόσχα φαίνεται να αξιοποιεί μέσα που αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας, επιδιώκοντας να προκαλέσει κόστος και φόβο χωρίς να οδηγήσει άμεσα σε γενικευμένη σύγκρουση. Ο μεγαλύτερος φόβος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων είναι ένα περιστατικό που θα προκαλέσει, είτε σκόπιμα είτε κατά λάθος, σημαντικές ανθρώπινες απώλειες.
Το σαμποτάζ της Ρωσίας ως εργαλείο υβριδικού πολέμου
Η ρωσική στρατηγική εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου, δηλαδή ενός συνδυασμού επιθετικών ενεργειών που δεν φτάνουν στο επίπεδο μιας ανοιχτής στρατιωτικής επίθεσης. Στόχος είναι να αποδυναμωθεί η αντίπαλη πλευρά εκ των έσω, να διαταραχθεί η λειτουργία κρίσιμων υποδομών και να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να προστατεύσουν τους πολίτες τους.
Ο Ντέιβιντ Κάτλερ, πρώην αξιωματούχος των υπηρεσιών πληροφοριών του ΝΑΤΟ, έχει επισημάνει ότι η Μόσχα επιχειρεί να κάμψει τη βούληση της Δύσης να συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία. Παράλληλα, επιδιώκει να μεταβάλει την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Οι ενέργειες αυτές σχεδιάζονται ώστε να έχουν αρκετό αντίκτυπο για να προκαλούν ανησυχία, αλλά να παραμένουν αρκετά περιορισμένες ώστε να μην ενεργοποιούν μια ευρύτερη στρατιωτική απάντηση.
Στα περιστατικά που έχουν αποδοθεί άμεσα στη Ρωσία ή θεωρείται ότι συνδέονται με εντολές της Μόσχας περιλαμβάνονται επιθέσεις σε σιδηροδρομικές υποδομές στην Πολωνία, πράξεις σαμποτάζ σε εργοστάσια, παραβιάσεις εναέριου χώρου από ρωσικά αναγνωριστικά drones και σχέδια δολοφονίας στελεχών ευρωπαϊκών εταιρειών που κατασκευάζουν οπλικά συστήματα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε περιστατικό στο αεροδρόμιο Λειψίας-Χάλε, όπου εντοπίστηκε drone με εκρηκτικά κοντά σε ουκρανικά μεταγωγικά αεροσκάφη. Η τεχνική βλάβη του μηχανισμού και η έγκαιρη ανακάλυψή του από εργαζόμενο απέτρεψαν τα χειρότερα. Ωστόσο, το γεγονός θεωρήθηκε ενδεικτικό μιας πιο επιθετικής στάσης και μιας αυξημένης διάθεσης ανάληψης κινδύνων από τη Ρωσία.
Τι επιδιώκει ο Βλαντίμιρ Πούτιν
Η στρατηγική της Μόσχας δεν περιορίζεται στην πρόκληση υλικών ζημιών. Σύμφωνα με αναλυτές, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει να πείσει τους Ευρωπαίους ότι η στήριξη προς την Ουκρανία έχει υψηλό κόστος και ότι η συνέχιση αυτής της πολιτικής αυξάνει τον κίνδυνο για την καθημερινή τους ασφάλεια.
Παράλληλα, η Ρωσία προσπαθεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εξηγήσει ποιος βρίσκεται πίσω από μια επίθεση ή δεν είναι σε θέση να απαντήσει άμεσα, δημιουργείται η εντύπωση αδυναμίας. Αυτή ακριβώς η αμφιβολία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική πίεση, κοινωνική πόλωση και μειωμένη υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Η Μόσχα θεωρείται επίσης ύποπτη για προσπάθειες επηρεασμού κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ισπανία. Η ενίσχυση ακροδεξιών ή φιλορωσικών πολιτικών δυνάμεων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η πρόκληση φόβου αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της ρωσικής στρατηγικής. Η Μόσχα γνωρίζει ότι η αβεβαιότητα μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική με μια άμεση επίθεση. Όσο περισσότερο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αισθάνονται ευάλωτες, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τις κυβερνήσεις να διατηρήσουν μια σταθερή και ενιαία στάση.
Πώς μπορεί να αντιδράσει η Ευρώπη
Η πρώτη αντίδραση, σύμφωνα με ειδικούς, πρέπει να είναι η ψυχραιμία. Η υπερβολική αντίδραση μπορεί να οδηγήσει σε μια παγίδα κλιμάκωσης, ακριβώς όπως ενδεχομένως επιδιώκει η Ρωσία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει εφησυχασμό ή υποβάθμιση των κινδύνων.
Η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει την αποτρεπτική της ικανότητα σε τρία επίπεδα:
1. Δημόσια απόδοση ευθύνης: Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταγγέλλουν με σαφήνεια τις επιθέσεις και να αποδίδουν την ευθύνη στη Ρωσία όταν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.
2. Προστασία υποδομών και ενημέρωση πολιτών: Αεροδρόμια, σιδηροδρομικοί κόμβοι, ενεργειακές εγκαταστάσεις, εργοστάσια και δίκτυα επικοινωνιών χρειάζονται αυξημένη προστασία. Παράλληλα, οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν πώς να αντιδρούν σε κρίσεις και εκστρατείες παραπληροφόρησης.
3. Επιβολή συνεπειών: Κάθε επίθεση θα πρέπει να συνδέεται με ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο μέτρο αντίδρασης, ώστε οι αποφάσεις να μη λαμβάνονται από μηδενική βάση μετά από κάθε νέο περιστατικό.
Η τελευταία διάσταση είναι και η πιο δύσκολη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ενιαία αμυντική και εξωτερική πολιτική, ενώ οι χώρες παραδοσιακά κρατούν για τον εαυτό τους τις αποφάσεις που αφορούν την ασφάλεια και τα αντίποινα. Η έλλειψη κοινής γραμμής μπορεί να καθυστερήσει την απάντηση και να περιορίσει την αξιοπιστία της.
Από την άμυνα στην αποτροπή
Η προστασία των υποδομών είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Όπως υποστηρίζουν αναλυτές, η Ευρώπη πρέπει να στοχεύσει και τα δίκτυα που βρίσκονται πίσω από τις επιχειρήσεις σαμποτάζ: τις υπηρεσίες πληροφοριών, τους χρηματοδότες, τους στρατολογημένους συνεργάτες και τους μηχανισμούς προπαγάνδας.
Η επιβολή κόστους μπορεί να λάβει διπλωματικές, οικονομικές, νομικές ή κυβερνοεπιχειρησιακές μορφές. Ωστόσο, κάθε ενέργεια πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά και να αποφασίζεται συλλογικά. Μια μονομερής αντίδραση από μία μόνο χώρα ενδέχεται να μην έχει το απαιτούμενο βάρος και θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης.
Το ΝΑΤΟ εμφανίζεται καλύτερα προετοιμασμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την κατάρτιση ενός καταλόγου προκαθορισμένων συλλογικών αντιδράσεων. Η Συμμαχία διαθέτει ενιαία διοικητική δομή, στρατιωτικούς μηχανισμούς συντονισμού και μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση απειλών. Η Ευρώπη, από την πλευρά της, χρειάζεται περισσότερα από νέες συσκέψεις: χρειάζεται σαφές πρωτόκολλο, κοινή αξιολόγηση κινδύνων και συγκεκριμένες επιλογές δράσης.
Το σαμποτάζ της Ρωσίας αποτελεί δοκιμασία όχι μόνο για τις αμυντικές δυνατότητες της Ευρώπης, αλλά και για την πολιτική της συνοχή. Η αποτελεσματική απάντηση θα απαιτήσει ψυχραιμία, επενδύσεις στην ανθεκτικότητα, καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και ξεκάθαρη συμφωνία για τις συνέπειες κάθε επίθεσης. Αν η Ευρώπη καταφέρει να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε συντονισμένη στρατηγική, θα περιορίσει την αποτελεσματικότητα της ρωσικής πίεσης και θα ενισχύσει την ασφάλεια ολόκληρης της ηπείρου.




