Οι μαθητές λυκείου που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις στη Γαλλία ανήκουν κυρίως στη γενιά που γεννήθηκε μεταξύ του 2008 και του 2011. Πρόκειται για νέους που μεγάλωσαν σε μια περίοδο συνεχών ανατροπών: έζησαν την πανδημία Covid-19, την ενεργειακή και οικονομική αβεβαιότητα, την κλιματική κρίση, τους πολέμους και, πιο πρόσφατα, την απότομη εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης.
«Νεολαία που υποφέρει, Γαλλία που υποφέρει». «Εντελώς άφραγκοι, εντελώς εξοργισμένοι». «Θυσιασμένη νεολαία σημαίνει καταδικασμένο μέλλον». Τα συνθήματα που γράφτηκαν σε χαρτόνια στη μεγάλη διαδήλωση του Παρισιού, την Τρίτη 6 Οκτωβρίου, αποτυπώνουν κάτι περισσότερο από την αντίθεση σε συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πολιτικές. Εκφράζουν την απογοήτευση και την αγωνία μιας γενιάς που αισθάνεται ότι καλείται να αντιμετωπίσει προβλήματα τα οποία δεν δημιούργησε.
Από την έναρξη των κινητοποιήσεων, στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι μαθητές διαμαρτύρονται για τις συνθήκες μάθησης και ζητούν περισσότερους πόρους για την εκπαίδευση, λιγότερο πιεστικά προγράμματα, αποκατάσταση των ακατάλληλων σχολικών κτηρίων και κατάργηση της εθνικής πλατφόρμας εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, Parcoursup. Πίσω, όμως, από αυτά τα επιμέρους αιτήματα φαίνεται να υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη: να ακουστεί η φωνή τους και να αναγνωριστούν οι φόβοι τους για το μέλλον.
Η βαθύτερη δυσαρέσκεια μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στις κρίσεις
«Παρά τη νεότητά της, αυτή η γενιά έχει ήδη βιώσει πολλές κρίσεις που συνδέονται με την υγεία, την ασφάλεια, την τεχνολογία και το περιβάλλον», επισημαίνει η Ελοντί Γκεντίνα, ερευνήτρια που μελετά τη γενιά Ζ.
Ένας μαθητής λυκείου που γεννήθηκε το 2009 ήταν μόλις 11 ετών όταν επιβλήθηκε η πρώτη καραντίνα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τελείωνε το δημοτικό και ετοιμαζόταν να περάσει στο γυμνάσιο, όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μεταφέρθηκε στις οθόνες και οι ευκαιρίες για άμεση κοινωνική επαφή περιορίστηκαν δραματικά.
Η απομόνωση, ο φόβος, το κλείσιμο των σχολείων, η έλλειψη κοινωνικοποίησης, η ασθένεια ή η απώλεια μελών της οικογένειας, το άγχος των γονέων, η αυξημένη έκθεση στις οθόνες και η απουσία φυσικής δραστηριότητας επηρέασαν σοβαρά την ψυχική υγεία των παιδιών. Σύμφωνα με έρευνα της Santé Publique France, το 18,9% των μαθητών λυκείου στην ηπειρωτική Γαλλία διέτρεχε σημαντικό κίνδυνο κατάθλιψης το 2024, ενώ το 19,8% δήλωσε ότι είχε αυτοκτονικές σκέψεις κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια δεν είναι απλώς πολιτική ή εκπαιδευτική. Συνδέεται με μια βαθιά ψυχική κόπωση, η οποία διαμορφώθηκε από αλλεπάλληλες κρίσεις και από την αίσθηση ότι οι ενήλικες δεν προσφέρουν επαρκείς απαντήσεις.
Ανησυχία για έναν αβέβαιο κόσμο
Οι έφηβοι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα πιο βίαιος και ασταθής. Οι ειδήσεις και οι συγκλονιστικές εικόνες από την Ουκρανία, τη Γάζα και το Σουδάν φτάνουν καθημερινά στα κινητά τους τηλέφωνα. Η συνεχής έκθεση σε πολεμικές συγκρούσεις, ανθρωπιστικές καταστροφές και πολιτικές εντάσεις ενισχύει την αίσθηση ανασφάλειας.
Σύμφωνα με το βαρόμετρο της Ipsos για την ψυχολογική κατάσταση των εφήβων, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025, το 41% των νέων ηλικίας 11 έως 15 ετών δηλώνει ότι αισθάνεται άγχος για τη γεωπολιτική κατάσταση. Παράλληλα, το 39% ανησυχεί για την κατάσταση του πλανήτη.
Πολλοί από αυτούς έχουν ήδη συμμετάσχει σε κινητοποιήσεις για το κλίμα, καταγγέλλοντας την πολιτική αδράνεια απέναντι στην περιβαλλοντική κρίση. Για τους νέους, η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί μακρινή απειλή, αλλά πραγματικότητα που επηρεάζει τις επιλογές, τις προσδοκίες και τον σχεδιασμό της ζωής τους.
Στις ανησυχίες αυτές προστίθεται και η τεχνολογική επανάσταση. Η ταχεία ανάπτυξη της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές μελετούν, γράφουν και επικοινωνούν. Κάποιοι χρησιμοποιούν το ChatGPT για τις εργασίες τους, ενώ οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Άλλοι αντιμετωπίζουν την τεχνολογία με καχυποψία, φοβούμενοι ότι θα περιορίσει τις επαγγελματικές τους ευκαιρίες. Σύμφωνα με σχετική μελέτη, η γενετική τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να εξαλείψει έως και πέντε εκατομμύρια θέσεις εργασίας στη Γαλλία μέσα σε πέντε χρόνια.
Οι φόβοι της γενιάς Ζ αποτυπώνονται και στις δημοσκοπήσεις. Το 76% των νέων ηλικίας 18 έως 29 ετών δηλώνει ανήσυχο για την κατάσταση στη Γαλλία. Το 84% πιστεύει ότι θα δυσκολευτεί περισσότερο να βρει εργασία σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, ενώ το 89% θεωρεί ότι θα χρειαστεί να εργαστεί περισσότερο για να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή σύνταξη.
Το Parcoursup ως σύμβολο της εκπαιδευτικής πίεσης
Ένα από τα βασικά αιτήματα των μαθητών είναι η κατάργηση του Parcoursup, της πλατφόρμας μέσω της οποίας υποβάλλουν αιτήσεις για προγράμματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η πλατφόρμα επικρίνεται για έλλειψη διαφάνειας, ενώ κάθε χρόνο πολλοί απόφοιτοι παραμένουν χωρίς θέση ή δεν καταφέρνουν να ενταχθούν στη σχολή που επιθυμούν.
Η διαδικασία προκαλεί έντονο άγχος όχι μόνο στους μαθητές, αλλά και στις οικογένειές τους. Σύμφωνα με έρευνα του L’Étudiant σε συνεργασία με την FCPE, το 42% των γονέων δήλωσε ότι το Parcoursup έχει προκαλέσει εντάσεις στο σπίτι.
Για έναν έφηβο, η επιλογή σπουδών μπορεί να μοιάζει με απόφαση που θα καθορίσει ολόκληρη τη ζωή του. Η Κλάρα Λεκόντε, μαθήτρια της τελευταίας τάξης λυκείου από τη Νάντη, περιγράφει τον φόβο της: «Στα 17 μας χρόνια ακόμη ανακαλύπτουμε ποιοι είμαστε. Είναι πολύ νωρίς για να μας ζητούν να αποφασίσουμε ποιο επάγγελμα θα ακολουθήσουμε».
Η ψυχολόγος Βανέσα Λαλό, ειδική στις ψηφιακές πρακτικές, παρατηρεί κάθε χρόνο αύξηση των εφήβων που ζητούν υποστήριξη κατά την έναρξη της διαδικασίας. «Οι νέοι καλούνται να αποφασίσουν για το επαγγελματικό τους μέλλον σε πολύ μικρή ηλικία, υπό ασφυκτική ακαδημαϊκή πίεση, την ώρα που κανείς δεν γνωρίζει προς τα πού οδεύει η κοινωνία», εξηγεί.
Μια νεολαία που δεν θέλει πλέον να σιωπά
Η αβεβαιότητα για το μέλλον εντείνει την οργή των νέων απέναντι στις προηγούμενες γενιές, τις οποίες θεωρούν υπεύθυνες για έναν κόσμο γεμάτο προβλήματα. «Νιώθουν ότι παραλαμβάνουν τα συντρίμμια», λέει χαρακτηριστικά η Βανέσα Λαλό.
Ωστόσο, οι νέοι δεν απορρίπτουν την τεχνολογία συνολικά. Παρότι η παρατεταμένη έκθεση στις οθόνες μπορεί να επηρεάσει την υγεία, τα ψηφιακά εργαλεία αποτελούν και μέσα κοινωνικής σύνδεσης. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις οργανώνονται σε μεγάλο βαθμό μέσω των κοινωνικών δικτύων, με τα βίντεο στο TikTok και τις συνομιλίες στο Snapchat να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.
Για τον κοινωνιολόγο Βενσάν Τιμπέρ, οι νέοι μεγαλώνουν σε μια κοινωνία όπου οι πολίτες συχνά δεν αισθάνονται ότι ακούγονται. Παράλληλα, ο πολιτικός λόγος απέναντι στους διαδηλωτές είναι συχνά υποτιμητικός. Οι μαθητές χαρακτηρίζονται τεμπέληδες ή ανώριμοι, με την απαίτηση να περιοριστούν στον ρόλο του «καλού μαθητή» που παρακολουθεί τα μαθήματα και υπακούει.
Ο 17χρονος Αμπντελκάντερ Αμπντεραχμάν, ένας από τους μαθητές που συμμετείχαν στην πρώτη διαδήλωση, υποστηρίζει ότι οι νέοι παραμένουν ουσιαστικά εκτός των διαδικασιών λήψης αποφάσεων. «Συχνά μιλάμε εκ μέρους των νέων, αλλά τα λόγια μας δεν αποδίδουν όσα πραγματικά έχουν να πουν οι ίδιοι», σημειώνει.
Οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας, οι τραυματισμοί και οι εικόνες αστυνομικής βίας που διαδίδονται στα κοινωνικά δίκτυα επιδεινώνουν την απόσταση ανάμεσα στους μαθητές και την πολιτεία. Οι μαθητές δεν ζητούν μόνο καλύτερα σχολεία ή αλλαγές στο Parcoursup. Ζητούν να αντιμετωπίζονται ως πολίτες με άποψη, επιχειρήματα και δικαίωμα συμμετοχής.
Η βαθύτερη δυσαρέσκεια αυτής της γενιάς δεν είναι, επομένως, μια πρόσκαιρη αντίδραση. Είναι η έκφραση μιας νεολαίας που έχει μεγαλώσει μέσα σε διαδοχικές κρίσεις και αρνείται πλέον να δεχθεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Θέλει εξηγήσεις, συμμετοχή και πραγματικό διάλογο. Πάνω απ’ όλα, θέλει να γνωρίζει ότι το μέλλον της δεν έχει ήδη αποφασιστεί ερήμην της.




