Η Βρετανία παρακολουθεί με έντονο ενδιαφέρον και «αγωνία» τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το αποτέλεσμά τους μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και, κατ’ επέκταση, τα βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα.
Για το Λονδίνο, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στο εάν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης Τραμπ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο μια αλλαγή στους συσχετισμούς του Κογκρέσου θα επηρεάσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, την ευρωατλαντική συνεργασία και τον ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το ενδιαφέρον της βρετανικής κυβέρνησης επικεντρώνεται κυρίως σε τέσσερα ζητήματα: το μέλλον του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, την υποστήριξη προς την Ουκρανία, την πολιτική των εμπορικών δασμών και τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν. Πρόκειται για θέματα που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους και επηρεάζουν τόσο τη διεθνή θέση του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και τη δυνατότητά του να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το διακύβευμα για το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τις αμερικανικές εκλογές
Αναλύσεις ευρωπαϊκών και βρετανικών δεξαμενών σκέψης συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ακόμη και μια νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε ουσιαστική αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο περιορισμός της νομοθετικής ισχύος του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να δυσκολέψει την προώθηση ορισμένων εσωτερικών πολιτικών, δεν περιορίζει όμως στον ίδιο βαθμό τις εκτελεστικές αρμοδιότητες του προέδρου στο πεδίο των διεθνών σχέσεων.
Μάλιστα, ένας πιο περιορισμένος κοινοβουλευτικός έλεγχος θα μπορούσε να ωθήσει τον Τραμπ σε εντονότερη δραστηριοποίηση στη διεθνή σκηνή. Η εξωτερική πολιτική, οι στρατιωτικές αποφάσεις και η διαχείριση των διεθνών κρίσεων παρέχουν στον πρόεδρο σημαντικά περιθώρια δράσης, τα οποία δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τη σύνθεση του Κογκρέσου. Για το Λονδίνο, αυτό σημαίνει ότι η αβεβαιότητα θα παραμείνει, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η πιθανότητα αλλαγών στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας αποτελεί ένα από τα βασικότερα σημεία ανησυχίας. Η Βρετανία έχει επενδύσει πολιτικά και στρατιωτικά στη στήριξη του Κιέβου, γνωρίζοντας ότι η αμερικανική βοήθεια παραμένει κρίσιμη για την αντοχή της ουκρανικής άμυνας. Οποιαδήποτε μείωση ή καθυστέρηση της αμερικανικής υποστήριξης θα αύξανε την πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να καλύψουν το κενό.
Η σταθερή στροφή της Βρετανίας προς την Ευρώπη
Παράλληλα με την παρακολούθηση των εξελίξεων στην Ουάσιγκτον, η Βρετανία ενισχύει σταθερά την ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Η κατεύθυνση αυτή δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ειδικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε απομάκρυνση από το ΝΑΤΟ. Αντανακλά, όμως, την αναγνώριση ότι η Ευρώπη πρέπει να διαθέτει μεγαλύτερες δυνατότητες αυτόνομης δράσης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική πολιτική εμφανίζεται λιγότερο προβλέψιμη.
Χαρακτηριστική είναι η βρετανογαλλική πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή στρατιωτικής άσκησης στην Πολωνία, με τη συμμετοχή περίπου 2.800 στρατιωτικών από 11 χώρες. Η άσκηση εντάσσεται στην προετοιμασία μιας πολυεθνικής δύναμης, η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην Ουκρανία μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών, εφόσον υπάρξουν οι αναγκαίες πολιτικές και επιχειρησιακές προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Guardian από δυτικούς αξιωματούχους, ο σχεδιασμός προβλέπει ότι η δύναμη θα μπορεί να λειτουργήσει με ελάχιστη ή ακόμη και χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν τρόπους περιορισμού της εξάρτησής τους από αμερικανικά συστήματα και υποδομές, όπως το Starlink, αλλά και από άλλες κρίσιμες δυνατότητες στον τομέα των επικοινωνιών, των πληροφοριών και της επιμελητείας.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή νοοτροπίας. Η Ευρώπη δεν θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι πάντοτε διαθέσιμες να καλύψουν κάθε στρατιωτικό και πολιτικό κενό. Η Βρετανία, λόγω των στρατιωτικών δυνατοτήτων, της διπλωματικής της επιρροής και της στενής σχέσης της με τις ευρωπαϊκές χώρες, επιδιώκει να βρεθεί στον πυρήνα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η νέα σχέση Ευρώπης και ΗΠΑ
Ο πρώην πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ προειδοποίησε πρόσφατα ότι η μεταβολή στις σχέσεις Ευρώπης–ΗΠΑ δεν αποτελεί μια προσωρινή παρέκκλιση που συνδέεται αποκλειστικά με την προεδρία Τραμπ. Όπως υπογράμμισε, οι σχέσεις δεν είναι βέβαιο ότι θα επιστρέψουν στην προηγούμενη μορφή τους μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Η εκτίμηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη βρετανική στρατηγική. Το Λονδίνο καλείται να κινηθεί ανάμεσα σε δύο βασικές ανάγκες: να διατηρήσει την ισχυρή στρατιωτική συνεργασία και τη συμμαχία των υπηρεσιών πληροφοριών με την Ουάσιγκτον, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύει τις ευρωπαϊκές αμυντικές δομές. Η ισορροπία δεν είναι εύκολη, αλλά θεωρείται πλέον αναγκαία.
Ο Στάρμερ έχει καλέσει τη Βρετανία να αναλάβει κεντρικό ρόλο στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η θέση αυτή αντανακλά την προσπάθεια του Ηνωμένου Βασιλείου να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του μετά το Brexit, όχι απομονωμένο από την Ευρώπη, αλλά ως βασικό παράγοντα συνεργασίας σε θέματα άμυνας, πληροφοριών και στρατηγικού σχεδιασμού.
Οι επόμενες κινήσεις του Λονδίνου
Αμέσως μετά τις κάλπες, το βρετανικό ενδιαφέρον θα στραφεί στους νέους συσχετισμούς στις επιτροπές Άμυνας, Εξωτερικών Υποθέσεων και Πιστώσεων του Κογκρέσου. Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν οι εξελίξεις σχετικά με τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, την πιθανή επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και τις πρώτες μετεκλογικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου.
Οι νέοι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί ενδέχεται να επηρεάσουν τις επιλογές της Ουάσιγκτον, χωρίς όμως να τις καθορίσουν πλήρως. Για τη βρετανική διπλωματία, το ζητούμενο θα είναι να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα θα ενισχύει τη συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους.
Το πραγματικό διακύβευμα για το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι η επιστροφή στην προ Τραμπ εποχή, αλλά η προσαρμογή σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα. Η χώρα πρέπει να διαφυλάξει τη στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον και, ταυτόχρονα, να συμβάλει στη δημιουργία μιας Ευρώπης με μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία. Η σταθερή στροφή προς την Ευρώπη, επομένως, δεν αποτελεί εγκατάλειψη της Αμερικής, αλλά προσπάθεια διαμόρφωσης μιας πιο ισορροπημένης και ανθεκτικής στρατηγικής.




