Νέος πολιτικός σεισμός σημειώθηκε στη Γερμανία, με τον Φρίντριχ Μερτς να δέχεται ισχυρό πλήγμα μετά τα αποτελέσματα των κρατιδιακών εκλογών. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) επικράτησε στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, συγκεντρώνοντας πάνω από 38% των ψήφων, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες υπέστησαν ιστορική κατάρρευση και, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας, έμειναν εκτός τοπικού κοινοβουλίου.
Νέα ισορροπία διαμορφώθηκε και στο Βερολίνο, όπου το κόμμα της Αριστεράς αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, αφήνοντας δεύτερο το CDU. Ο καγκελάριος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή» και πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος με μια βαθιά πολιτική κρίση. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι ποια θα είναι τα επόμενα βήματα και ποια από τα πιθανά σενάρια για το μέλλον του Μερτς στην καγκελαρία μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Η εκτόξευση του AfD στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Στις εκλογές του κρατιδίου, το CDU δεν κατάφερε να εισέλθει στο τοπικό κοινοβούλιο για πρώτη φορά από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οι Χριστιανοδημοκράτες συγκέντρωσαν μόλις 4,9%, σημειώνοντας απώλεια μεγαλύτερη των οκτώ ποσοστιαίων μονάδων.
Μεγάλος νικητής αναδείχθηκε το AfD, το οποίο υπερδιπλασίασε τη δύναμή του και έφτασε στο 38,2% των ψήφων. Το SPD ακολούθησε στη δεύτερη θέση με 35,5%, καταγράφοντας απώλειες περίπου τεσσάρων μονάδων. Στην τοπική βουλή εισέρχονται επίσης η Αριστερά, με 6,5%, και οι Πράσινοι, με 5,7%. Αντίθετα, το κόμμα της Σάρα Βάγκενκνεχτ, BSW, έμεινε εκτός εκπροσώπησης, συγκεντρώνοντας 4,8%, κάτω από το όριο του 5%.
Παρά την πρωτιά του AfD, κανένα από τα υπόλοιπα κόμματα δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να συνεργαστεί μαζί του. Έτσι, η πρωθυπουργός του κρατιδίου, Μανουέλα Σβέσιγκ του SPD, η οποία βρίσκεται στη θέση αυτή εδώ και εννέα χρόνια, μπορεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία μέσω ενός συνασπισμού με την Αριστερά και τους Πράσινους.
Η Αριστερά πρώτη στο Βερολίνο
Ακόμη πιο ηχηρή ήταν η ανατροπή στο Βερολίνο. Για πρώτη φορά, η Αριστερά, με επικεφαλής την Έλιφ Έραλπ, αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, συγκεντρώνοντας 25,7% και καταγράφοντας άνοδο 13,5%.
Τα δύο κόμματα που συμμετέχουν στην κυβερνητική διαχείριση υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Το CDU υποχώρησε στο 18,8%, χάνοντας 9,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το SPD περιορίστηκε στο 12,1%, με απώλεια 6,3 μονάδων. Το AfD κατέλαβε την τρίτη θέση με 16,3%, αυξάνοντας τη δύναμή του κατά 7,2 μονάδες.
Οι Πράσινοι συγκέντρωσαν 14,3%, σημειώνοντας πτώση τεσσάρων μονάδων. Το BSW έμεινε και πάλι εκτός Βουλής, καθώς έλαβε 4,7%. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στην περιφέρεια, αλλά έχει πλέον μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα, όπου οι παραδοσιακές πολιτικές ισορροπίες ανατρέπονται.
Γιατί ο Μερτς βρέθηκε σε αδιέξοδο
Τα προβλήματα του Φρίντριχ Μερτς ξεκίνησαν πριν ακόμη αναλάβει επίσημα την καγκελαρία. Χρειάστηκαν δύο ψηφοφορίες για να επικυρωθεί η εκλογή του, γεγονός πρωτοφανές για τα γερμανικά μεταπολεμικά δεδομένα.
Στη συνέχεια, ο Μερτς αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προεκλογική δέσμευση σχετικά με τη μη αύξηση του δημόσιου χρέους. Η κυβέρνησή του αποδέσμευσε περίπου μισό τρισεκατομμύριο για αμυντικές δαπάνες και έργα υποδομών, επιλογή που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο ίδιο του το πολιτικό στρατόπεδο.
Παράλληλα, οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του σχετικά με τον πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν επιβάρυναν τις σχέσεις του Βερολίνου με τον Λευκό Οίκο. Ο Μερτς δήλωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «ταπεινωνόταν» από το Ιράν στην προσπάθειά του να τερματίσει τη σύγκρουση, προκαλώντας την οργή του Τραμπ και υπονομεύοντας την προσπάθεια προσέγγισης που είχε ξεκινήσει η γερμανική κυβέρνηση.
Ωστόσο, η κρίση δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πολιτικά λάθη του καγκελάριου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές έχουν ανατρέψει το οικονομικό μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε επί χρόνια η γερμανική ανάπτυξη. Ο Μερτς δεν θεωρήθηκε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής πολιτικός, ενώ η δυσκολία του να επικοινωνήσει αποτελεσματικά τις επιλογές του έχει ενισχύσει την εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται σε μόνιμη άμυνα.
Τα σενάρια για το μέλλον του Μερτς στην καγκελαρία
1. Παραίτηση
Ο Μερτς θα μπορούσε να αποφασίσει να παραιτηθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά και το τέλος του κυβερνητικού συνασπισμού. Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο: τον Μάιο του 1974, ο καγκελάριος Βίλι Μπραντ παραιτήθηκε μετά την αποκάλυψη ότι ένας κατάσκοπος της Ανατολικής Γερμανίας δραστηριοποιούνταν στον στενό κύκλο του.
Τα κυβερνητικά κόμματα συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους και, μόλις δέκα ημέρες αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών Χέλμουτ Σμιτ εξελέγη νέος καγκελάριος. Για να γίνει αυτό, χρειάστηκε η απόλυτη πλειοψηφία όλων των βουλευτών της Bundestag, η λεγόμενη «πλειοψηφία του καγκελάριου».
Παρά την πολιτική πίεση, ο Μερτς δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τη θέση του.
2. Εποικοδομητική πρόταση μομφής
Ένα δεύτερο σενάριο θα ήταν η εποικοδομητική ψήφος μη εμπιστοσύνης. Σε αυτή την περίπτωση, η Bundestag δεν ψηφίζει απλώς κατά του καγκελάριου, αλλά εκλέγει ταυτόχρονα νέο υποψήφιο, ο οποίος πρέπει να διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Το προηγούμενο είναι η ανατροπή του Χέλμουτ Σμιντ το 1982. Όταν το FDP αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό και συμμάχησε με το CDU/CSU, ο Χέλμουτ Κολ εξελέγη καγκελάριος και παρέμεινε στην εξουσία για 16 χρόνια.
Στην περίπτωση του Μερτς, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται εξαιρετικά απίθανο. Το CDU και το SPD δεν επιθυμούν να διαλύσουν τον συνασπισμό, ενώ δεν υπάρχει σαφής και κοινά αποδεκτός διάδοχος. Ο Χέντρικ Βούστ, πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, θεωρείται πιθανός υποψήφιος, όμως δεν έχει κάνει κάποια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση.
3. Ψήφος εμπιστοσύνης και πρόωρες εκλογές
Ο καγκελάριος μπορεί επίσης να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο. Αν την χάσει, μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Γερμανίας τη διάλυση της Bundestag και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ο πρόεδρος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί το αίτημα, αν και σε ανάλογες περιπτώσεις συνήθως το πράττει.
Ο Μερτς έχει δηλώσει ότι δεν βλέπει λόγο να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις για μαζικές αποχωρήσεις βουλευτών από την κυβερνητική πλειοψηφία. Επιπλέον, ούτε το SPD ούτε το CDU/CSU φαίνεται να επιθυμούν εκλογές σε μια περίοδο κατά την οποία τα ποσοστά τους είναι χαμηλά και το AfD ενισχύεται.
Η επόμενη ημέρα
Προς το παρόν, το πιθανότερο είναι ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό τον Φρίντριχ Μερτς. Ωστόσο, η εκτόξευση του AfD και η κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων αυξάνουν την πίεση στο Βερολίνο.
Τα επόμενα αποτελέσματα, η πορεία της οικονομίας και η ικανότητα του καγκελάριου να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών θα κρίνουν ποιο από τα σενάρια για το μέλλον του Μερτς στην καγκελαρία θα παραμείνει θεωρητικό και ποιο μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικές πολιτικές εξελίξεις.




