Περίπου 129 κιλά αποβλήτων τροφίμων αντιστοιχούσαν σε κάθε κάτοικο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat. Η συνολική ποσότητα έφτασε τα 57,9 εκατομμύρια τόνους, περιλαμβάνοντας τόσο τα βρώσιμα όσο και τα μη βρώσιμα μέρη των τροφίμων. Πρόκειται για οριακή αύξηση 0,7% σε σχέση με το 2023, όταν είχαν καταγραφεί 57,5 εκατομμύρια τόνοι.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: τα νοικοκυριά ευθύνονται για περισσότερο από τη μισή σπατάλη τροφίμων στην ΕΕ. Το μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων δημιουργείται, δηλαδή, στο τελευταίο στάδιο της αλυσίδας, όταν τα τρόφιμα έχουν ήδη φτάσει στον καταναλωτή.
Τα νοικοκυριά ευθύνονται για το 53% της σπατάλης τροφίμων
Σύμφωνα με τη Eurostat, τα νοικοκυριά παρήγαγαν το 53% του συνόλου των αποβλήτων τροφίμων το 2024. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 69 κιλά ανά κάτοικο και καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι καθημερινές καταναλωτικές συνήθειες.
Η σπατάλη στο σπίτι μπορεί να προκύψει από διάφορους παράγοντες: αγορές μεγαλύτερες από τις πραγματικές ανάγκες, λανθασμένο προγραμματισμό γευμάτων, κακή συντήρηση ή αποθήκευση τροφίμων, καθώς και σύγχυση σχετικά με τις ημερομηνίες «ανάλωσης έως» και «ανάλωσης κατά προτίμηση πριν από». Παράλληλα, σημαντικές ποσότητες τροφίμων καταλήγουν στα σκουπίδια επειδή περισσεύουν μετά την προετοιμασία ή δεν καταναλώνονται εγκαίρως.
Η συγκεκριμένη κατηγορία αποτελεί το μεγαλύτερο πεδίο παρέμβασης για τη μείωση των αποβλήτων. Η καλύτερη οργάνωση των αγορών, η αξιοποίηση των περισσευμάτων και η σωστή αποθήκευση μπορούν να περιορίσουν αισθητά τη σπατάλη, μειώνοντας παράλληλα το κόστος για τα νοικοκυριά και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της κατανάλωσης.
Η συμβολή της εστίασης και των υπόλοιπων κλάδων
Τα εστιατόρια και οι υπηρεσίες εστίασης ευθύνονται για το 12% των αποβλήτων τροφίμων στην ΕΕ, δηλαδή για περίπου 15 κιλά ανά κάτοικο. Η σπατάλη στον συγκεκριμένο τομέα συνδέεται με τις μεγάλες ποσότητες που προετοιμάζονται καθημερινά, τις μερίδες που δεν καταναλώνονται, τις ακυρώσεις παραγγελιών και τις απαιτήσεις για διαρκή διαθεσιμότητα προϊόντων.
Το υπόλοιπο 35% δημιουργείται σε προγενέστερα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η μεταποίηση τροφίμων και ποτών αντιστοιχεί στο 19% του συνόλου, ή περίπου 25 κιλά ανά κάτοικο. Η πρωτογενής παραγωγή, δηλαδή η γεωργία και η κτηνοτροφία, ευθύνεται για το 8%, ενώ το λιανικό εμπόριο και η λοιπή διανομή τροφίμων αντιπροσωπεύουν επίσης 8%. Κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες αντιστοιχεί σε περίπου 10 κιλά αποβλήτων ανά κάτοικο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η σπατάλη δεν περιορίζεται σε ένα μόνο στάδιο. Από την παραγωγή και τη μεταποίηση έως τα καταστήματα, την εστίαση και την κατανάλωση, απώλειες καταγράφονται σε ολόκληρη την αλυσίδα. Ωστόσο, το γεγονός ότι πάνω από τα μισά απόβλητα παράγονται στα σπίτια αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες δράσεις που θα απευθύνονται άμεσα στους καταναλωτές.
Νέοι δεσμευτικοί στόχοι έως το 2030
Η δημοσίευση των στοιχείων από τη Eurostat αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει για πρώτη φορά δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση της σπατάλης τροφίμων.
Με την αναθεώρηση της Οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, η οποία εγκρίθηκε το 2025 και δημοσιεύθηκε ως Οδηγία (ΕΕ) 2025/1892, τα κράτη μέλη καλούνται να μειώσουν έως το 2030 τα απόβλητα τροφίμων στη μεταποίηση κατά 10%. Παράλληλα, προβλέπεται μείωση κατά 30% ανά κάτοικο στο λιανικό εμπόριο, στην εστίαση και στα νοικοκυριά.
Οι στόχοι θα υπολογιστούν με βάση τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2023. Η οριακή αύξηση που καταγράφηκε το 2024, ωστόσο, δείχνει ότι η πορεία προς την επίτευξή τους δεν είναι δεδομένη. Απαιτούνται συντονισμένες πολιτικές, αξιόπιστη καταγραφή των αποβλήτων και ουσιαστική συμμετοχή επιχειρήσεων, δημόσιων φορέων και πολιτών.
Η μείωση της σπατάλης τροφίμων δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική προτεραιότητα. Συνδέεται με την εξοικονόμηση φυσικών πόρων, όπως το νερό και η γη, τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και τη μείωση των οικονομικών απωλειών. Ταυτόχρονα, η καλύτερη αξιοποίηση των τροφίμων μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της επισιτιστικής ανασφάλειας.
Τα νοικοκυριά ευθύνονται για περισσότερο από τη μισή σπατάλη τροφίμων στην ΕΕ, γεγονός που σημαίνει ότι η αλλαγή των καθημερινών συνηθειών θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την ευρωπαϊκή προσπάθεια. Η επίτευξη των στόχων του 2030 θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι πολίτες, οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις θα μετατρέψουν τα διαθέσιμα στοιχεία σε συγκεκριμένες και σταθερές δράσεις.




