Έως και 600 εκατ. ευρώ μπορεί να κοστίζει στη βαριά βιομηχανία η καθυστέρηση επενδύσεων σε αποθήκευση ενέργειας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των μεγάλων καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας. Η απουσία επαρκών υποδομών, κυρίως σε μπαταρίες και άλλα συστήματα αποθήκευσης, επιβαρύνει τις επιχειρήσεις ώρα με την ώρα, καθώς η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μεταβάλλεται σημαντικά μέσα στην ίδια ημέρα και αυξάνεται κατά τις ώρες αιχμής.
Για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος των τιμών. Συνδέεται άμεσα με την αδυναμία αξιοποίησης της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την ανάγκη εισαγωγών σε συγκεκριμένες χρονικές ζώνες και την αύξηση του κόστους εξισορρόπησης του ηλεκτρικού συστήματος. Όπως επισημαίνει η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), έως και 3 TWh ηλεκτρικής ενέργειας χάνονται επειδή δεν υπάρχουν τα αναγκαία μέσα αποθήκευσης.
Αποθήκευση ενέργειας: ένα κενό με άμεσο κόστος για τη βιομηχανία
Η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης θα μπορούσε να περιορίσει την απογευματινή αιχμή, να μειώσει την ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου και να περιορίσει τόσο το ανθρακικό αποτύπωμα όσο και την Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς. Παράλληλα, θα επέτρεπε τη μεταφορά της πλεονάζουσας πράσινης ενέργειας από τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας στις ώρες κατά τις οποίες η ζήτηση αυξάνεται.
Σήμερα, ωστόσο, σημαντικές ποσότητες ενέργειας από φωτοβολταϊκά και άλλες ΑΠΕ δεν αξιοποιούνται. Η παραγωγή μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλή το μεσημέρι, αλλά η ζήτηση κορυφώνεται αργότερα, όταν η ηλιακή παραγωγή υποχωρεί. Χωρίς αποθήκευση, η διαθέσιμη πράσινη ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί χρονικά, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται ή να μην εντάσσεται αποτελεσματικά στο σύστημα.
Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει δυσανάλογα τη βαριά βιομηχανία, η οποία καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και δεν έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει εύκολα απότομες αυξήσεις στο κόστος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΒΙΚΕΝ, το ενεργειακό κόστος θεωρείται σημαντικό εμπόδιο από το 72% των ελληνικών επιχειρήσεων, έναντι 37% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Άνιση κατανομή παραγωγής και κατανάλωσης
Παρότι η Ελλάδα έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και παρουσιάζει σε ορισμένες περιόδους υψηλό βαθμό ενεργειακής επάρκειας, εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές. Το παράδοξο είναι ότι οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιούνται ακόμη και σε χρονικές ζώνες κατά τις οποίες υπάρχει σημαντική εγχώρια παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο κατά τις απογευματινές ώρες αιχμής, όταν η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μειώνεται. Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι, κατά το διάστημα 18:00-21:00 και ειδικά από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο, καταγράφονται εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τη Βουλγαρία. Την ίδια στιγμή, ποσότητες εγχώριας πράσινης ενέργειας παραμένουν αναξιοποίητες επειδή δεν υπάρχουν επαρκείς μπαταρίες ή άλλες υποδομές αποθήκευσης.
Στην περίπτωση της χρέωσης ΛΠ2, η οποία αφορά την προσαύξηση απωλειών συστήματος, η τιμή κατανάλωσης κατά την απογευματινή αιχμή μπορεί να φτάσει έως και τα 17 ευρώ ανά MWh τον Σεπτέμβριο. Η διακύμανση αυτή αυξάνει την αβεβαιότητα για τις βιομηχανίες και δυσκολεύει τον προγραμματισμό της παραγωγής, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η μεταλλουργία, η τσιμεντοβιομηχανία, η χαλυβουργία και η χημική βιομηχανία.
738 εκατ. ευρώ για redispatching
Ένα επιπλέον βάρος προκύπτει από το κόστος του redispatching. Πρόκειται για τις δαπάνες που απαιτούνται ώστε να αποτραπεί η υπερφόρτωση των δικτύων και να διατηρηθεί η ισορροπία στο ηλεκτρικό σύστημα. Το κόστος αυτό ενσωματώνεται τελικά στο συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να είναι πάντοτε εύκολα ορατό στους τελικούς καταναλωτές.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, το κόστος redispatching ανήλθε σε 248 εκατ. ευρώ το 2023. Για το τελευταίο εννεάμηνο του 2026, οι σχετικές δαπάνες φέρονται να έχουν φτάσει τα 738 εκατ. ευρώ. Η αύξηση αυτή καταδεικνύει τις πιέσεις που δημιουργεί η ανεπαρκής ευελιξία του συστήματος και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη αποθήκευσης.
Οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας θα μπορούσαν να μειώσουν αυτές τις πιέσεις, απορροφώντας ενέργεια όταν υπάρχει πλεόνασμα και αποδίδοντάς την στο δίκτυο όταν η ζήτηση αυξάνεται. Με τον τρόπο αυτό θα περιοριζόταν η ανάγκη για ακριβότερες μονάδες παραγωγής και για παρεμβάσεις ανακατανομής της ηλεκτρικής ενέργειας.
Εκκρεμείς επιστροφές ΕΤΜΕΑΡ
Τροχοπέδη για τη λειτουργία και την παραγωγικότητα της βαριάς βιομηχανίας αποτελούν και οι εκκρεμείς επιστροφές ΕΤΜΕΑΡ, δηλαδή του Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων. Οι επιλέξιμες βιομηχανίες αναμένουν επιστροφές περίπου 7 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2022.
Για την περίοδο 2022-2025, το συνολικό ύψος των οφειλόμενων επιστροφών εκτιμάται ότι φτάνει τα 68-70 εκατ. ευρώ. Η καθυστέρηση αυτή περιορίζει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και προσθέτει ένα ακόμη βάρος σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, όπου οι τιμές ενέργειας, οι χρεώσεις δικτύου και το κόστος συμμόρφωσης αυξάνονται.
Διαφάνεια στις χρεώσεις και σταθερότεροι λογαριασμοί
Ως αντίβαρο στην αβεβαιότητα γύρω από το κόστος και την αποθήκευση ενέργειας, η ΕΒΙΚΕΝ προτείνει την εφαρμογή του Νόμου 943/2019, ο οποίος προβλέπει πλήρη διαφάνεια ως προς τις επιμέρους συνιστώσες του ενεργειακού κόστους.
Μεταξύ άλλων, ζητείται σαφής αποτύπωση του κόστους απωλειών μεταφοράς, των προσαυξήσεων απωλειών συστήματος ΛΠ1 και ΛΠ2, του κόστους παροχής επικουρικών υπηρεσιών και του κόστους ανακατανομής, δηλαδή του redispatching, που αποτελεί μέρος της χρέωσης ΛΠ3.
Η πρόταση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αγορά, καθώς σημαντικό μέρος των σχετικών δαπανών δεν ανακτάται μέσω των χρεώσεων χρήσης συστήματος, αλλά μέσω των Λογαριασμών Προσαυξήσεων της Αγοράς Εξισορρόπησης. Η μεγαλύτερη διαφάνεια θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να κατανοούν καλύτερα το κόστος που πληρώνουν και να σχεδιάζουν αποτελεσματικότερα τις επενδύσεις και την παραγωγή τους.
Η καθυστέρηση στην αποθήκευση ενέργειας δεν αποτελεί πλέον μόνο τεχνική ή περιβαλλοντική εκκρεμότητα. Είναι άμεσο οικονομικό ζήτημα για τη βαριά βιομηχανία, καθώς αυξάνει τις τιμές, ενισχύει την εξάρτηση από εισαγωγές και οδηγεί σε απώλεια διαθέσιμης πράσινης ενέργειας. Χωρίς ταχύτερες επενδύσεις σε μπαταρίες και ευέλικτες υποδομές, το κόστος της αδράνειας θα συνεχίσει να μετακυλίεται στις επιχειρήσεις και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.




