Περίπου το 12% των νέων περιστατικών καρκίνου παγκοσμίως το 2024 ενδέχεται να συνδέεται με λοιμώξεις, σύμφωνα με νέα μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ). Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Oncology, υπολόγισε ότι περίπου 2,3 εκατομμύρια περιστατικά καρκίνου σχετίζονταν με λοιμώξεις.
Η μελέτη δεν περιορίστηκε στην καταγραφή των περιστατικών. Εξέτασε επίσης τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν η πρόληψη, ο εμβολιασμός, η έγκαιρη διάγνωση και η αποτελεσματική θεραπεία λοιμώξεων στη μείωση του παγκόσμιου φορτίου του καρκίνου. Το βασικό μήνυμα των ερευνητών είναι ότι σημαντικό μέρος αυτών των καρκίνων μπορεί να προληφθεί.
Οι λοιμώξεις που συνδέονται συχνότερα με τον καρκίνο
Η πλειονότητα των περιστατικών που αποδόθηκαν σε λοιμώξεις οφειλόταν σε μόλις πέντε παθογόνους παράγοντες:
– Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (Helicobacter pylori), περίπου 4% των συνολικών περιστατικών καρκίνου.
– Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), περίπου 4%.
– Ο ιός της ηπατίτιδας Β, περίπου 2%.
– Ο ιός Epstein-Barr, περίπου 1%.
– Ο ιός της ηπατίτιδας C, σε ποσοστό μικρότερο του 1%.
Οι συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί μπορούν να συνδεθούν με περισσότερους από 20 τύπους καρκίνου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο καρκίνος του στομάχου, του ήπατος, του τραχήλου της μήτρας, καθώς και ορισμένες μορφές καρκίνου του αίματος και του λεμφικού συστήματος.
Η παρουσία μιας λοίμωξης δεν σημαίνει ότι ένα άτομο θα αναπτύξει οπωσδήποτε καρκίνο. Ο κίνδυνος επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η διάρκεια της λοίμωξης, η κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος, η γενετική προδιάθεση, οι συνήθειες και η πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα.
Τι έδειξαν οι πολυετείς έρευνες
Ορισμένοι από τους συγγραφείς της νέας μελέτης εξετάζουν τη σχέση μεταξύ λοιμώξεων και καρκίνου εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες. Σε προηγούμενες εργασίες τους είχαν μελετήσει περιστατικά που συνδέονταν με λοιμώξεις κατά τα έτη 1990, 2002, 2008, 2012 και 2018.
Σε αυτές τις χρονικές περιόδους, το ποσοστό των καρκίνων που αποδίδονταν σε λοιμώξεις φάνηκε να μειώνεται. Το υψηλότερο επίπεδο, περίπου 18%, είχε καταγραφεί το 2002. Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι δεν είναι ασφαλές να γίνουν άμεσες συγκρίσεις μεταξύ των ετών. Οι διαθέσιμες πηγές, η ποιότητα των δεδομένων, οι διαγνωστικές μέθοδοι και τα συστήματα καταγραφής έχουν αλλάξει σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.
Στόχος της νεότερης μελέτης δεν ήταν να συγκρίνει απλώς τις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αντίθετα, επιδίωξε να αναδείξει τους τομείς στους οποίους ο έλεγχος των λοιμώξεων θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην πρόληψη του καρκίνου.
Πώς οι ιοί μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο
Οι ιοί μπορούν να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα το γενετικό υλικό των κυττάρων που μολύνουν. Όταν διαταράσσονται οι φυσιολογικοί μηχανισμοί ελέγχου, ένα κύτταρο μπορεί να αρχίσει να πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα και, με την πάροδο του χρόνου, να εξελιχθεί σε καρκινικό.
Υπάρχουν αρκετοί βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν αυτή τη διαδικασία. Ένας από αυτούς είναι η απενεργοποίηση πρωτεϊνών οι οποίες ελέγχουν την κυτταρική διαίρεση ή ενεργοποιούν τον προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο όταν ένα κύτταρο έχει υποστεί σοβαρή βλάβη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η TP53 και η RB. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι πρωτεΐνες αυτές λειτουργούν ως σημαντικά «φρένα» απέναντι στην ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων.
Ένας δεύτερος μηχανισμός αφορά την ενσωμάτωση του DNA του ιού στο γενετικό υλικό του κυττάρου-ξενιστή. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαταράξει γονίδια που ρυθμίζουν την κυτταρική διαίρεση, την επιδιόρθωση του DNA ή τον κυτταρικό θάνατο.
Τέλος, ορισμένοι ιοί διαθέτουν γονίδια που μπορούν να ενισχύσουν την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κυττάρων. Τα γονίδια αυτά ονομάζονται ογκογονίδια. Η μελέτη της σχέσης μεταξύ ιών και καρκίνου έχει συμβάλει καθοριστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι γενετικές μεταβολές οδηγούν στην καρκινογένεση.
Ο ρόλος των βακτηρίων και των παρασίτων
Οι ιοί δεν είναι οι μόνοι παθογόνοι παράγοντες που σχετίζονται με τον καρκίνο. Βακτήρια και παράσιτα μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο, συνήθως μέσω πιο έμμεσων μηχανισμών.
Το Helicobacter pylori, για παράδειγμα, είναι γνωστό για τη σχέση του με τα γαστρικά έλκη, αλλά η χρόνια λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει επίμονη φλεγμονή στο στομάχι και να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του στομάχου. Αντίστοιχα, ορισμένα παράσιτα, όπως το Opisthorchis viverrini, μπορούν να προσβάλουν το ήπαρ και να προκαλέσουν μακροχρόνιες βλάβες στους ιστούς.
Η χρόνια φλεγμονή αποτελεί βασικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Η συνεχής καταπόνηση των ιστών μπορεί να οδηγήσει σε βλάβες του DNA, ενώ η ανάγκη για διαρκή ανανέωση των κατεστραμμένων κυττάρων αυξάνει την πιθανότητα λαθών κατά την κυτταρική διαίρεση. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι μεταβολές μπορεί να ευνοήσουν την εμφάνιση καρκίνου.
Πολλές μορφές καρκίνου μπορούν να προληφθούν
Η σχέση μεταξύ λοιμώξεων και καρκίνου είναι πλέον τεκμηριωμένη, αν και οι επιστήμονες συνεχίζουν να διερευνούν επιπλέον μηχανισμούς. Η νέα μελέτη υπογραμμίζει ότι η πρόληψη των λοιμώξεων μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία κατά του καρκίνου.
Ιδιαίτερα σημαντικοί είναι ο εμβολιασμός κατά του HPV και της ηπατίτιδας Β, η ασφαλής σεξουαλική συμπεριφορά, η χρήση προφυλακτικού, ο έλεγχος για ηπατίτιδες και HIV, καθώς και η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία του H. pylori. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος, όπως το τεστ Παπανικολάου και ο έλεγχος για HPV, μπορεί επίσης να εντοπίσει προκαρκινικές αλλοιώσεις πριν εξελιχθούν σε καρκίνο.
Ωστόσο, περίπου το 75% των καρκίνων που σχετίζονται με λοιμώξεις καταγράφηκε σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η περιορισμένη πρόσβαση σε εμβόλια, διαγνωστικές εξετάσεις, φάρμακα και οργανωμένα προγράμματα πρόληψης ενισχύει τις ανισότητες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το 12% των καρκίνων παγκοσμίως που συνδέεται με λοιμώξεις αποτελεί σημαντικό πεδίο δράσης για τη δημόσια υγεία. Η έγκαιρη πρόληψη, η θεραπεία των λοιμώξεων και η ισότιμη πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον αριθμό των περιστατικών και να σώσουν εκατομμύρια ζωές.




