Από το ράλι της Τετάρτης έως τη βουτιά του Nasdaq την Πέμπτη, οι διεθνείς αγορές άλλαξαν κατεύθυνση μέσα σε μόλις δύο συνεδριάσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ. Η αρχική ανακούφιση για το αποτέλεσμα έδωσε γρήγορα τη θέση της στην ανησυχία σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς, κυρίως στις επενδύσεις για την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers.
Η μεταβλητότητα δεν περιορίστηκε στη Wall Street. Οι πιέσεις επεκτάθηκαν στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ οι επενδυτές στράφηκαν εκ νέου στα στοιχεία για την απασχόληση, τον πληθωρισμό και την πορεία των επιτοκίων της Federal Reserve. Το εκλογικό αποτέλεσμα, επομένως, λειτούργησε περισσότερο ως καταλύτης για μια ήδη εύθραυστη αγορά παρά ως η μοναδική αιτία της αναταραχής.
Οι αγορές μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ
Στην πρώτη συνεδρίαση μετά τις εκλογές, την Τετάρτη, οι βασικοί δείκτες της Wall Street κινήθηκαν έντονα ανοδικά. Ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 3,04%, ο S&P 500 κατά 1,58% και ο Nasdaq κατά 1,44%. Στην Ευρώπη, ο Stoxx 600 κέρδισε 1,82%, καθώς οι επενδυτές εκτίμησαν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο σημαντικών πολιτικών ανατροπών.
Πίσω από τη γενικευμένη άνοδο, ωστόσο, υπήρχαν ήδη διαφοροποιήσεις. Σύμφωνα με το Reuters, οι μετοχές εταιρειών που διαχειρίζονται κέντρα δεδομένων υποχωρούσαν, καθώς η νέα πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία ενίσχυσε τις εκτιμήσεις για αυστηρότερους όρους στην ανάπτυξη νέων εγκαταστάσεων.
Την Πέμπτη, οι ρευστοποιήσεις εξαπλώθηκαν στους ημιαγωγούς και στους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες. Ο Nasdaq έκλεισε στις 24.315 μονάδες, σημειώνοντας πτώση 5,5%, τη μεγαλύτερη ημερήσια υποχώρησή του εδώ και 19 μήνες. Ο S&P 500 έχασε 4,4% και έκλεισε στις 7.353,73 μονάδες, ενώ ο Dow Jones υποχώρησε κατά 1.833 μονάδες ή 3,4%, στις 51.523,06 μονάδες, σύμφωνα με το Associated Press. Ο δείκτης ημιαγωγών της Φιλαδέλφειας σημείωσε απώλειες άνω του 12%.
Η Wall Street ανέκτησε μέρος των απωλειών την Παρασκευή, με τη στήριξη των μετοχών ημιαγωγών. Ωστόσο, η εικόνα παρέμεινε εύθραυστη, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να αμφισβητούν αν οι αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών αντανακλούν ρεαλιστικές προσδοκίες για τα μελλοντικά τους κέρδη.
Γιατί τα data centers βρέθηκαν στο επίκεντρο
Το εκλογικό αποτέλεσμα έφερε στο προσκήνιο τον κίνδυνο καθυστερήσεων στην κατασκευή νέων data centers, σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά έχει ήδη αρχίσει να προβληματίζεται για το κόστος και την αποδοτικότητα αυτών των επενδύσεων.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί τεράστιες ποσότητες υπολογιστικής ισχύος, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ένα κύμα επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, δίκτυα και υποδομές ενέργειας. Παράλληλα, όμως, τα έργα αυτά χρειάζονται υψηλές δαπάνες, σημαντική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και μακροχρόνια χρηματοδότηση. Οι επενδυτές φοβούνται πλέον ότι αυστηρότερες περιβαλλοντικές, πολεοδομικές ή ενεργειακές ρυθμίσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος και να καθυστερήσουν την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων.
Ενδεικτική ήταν η παρέμβαση της εκλεγμένης κυβερνήτριας του Τέξας, Τζίνα Ινοχόσα, η οποία, σύμφωνα με το Reuters, προανήγγειλε νομοθεσία για την προστασία των τοπικών κοινοτήτων από την περαιτέρω μαζική εγκατάσταση κέντρων δεδομένων στην πολιτεία. Το Τέξας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους για τέτοιες επενδύσεις στις ΗΠΑ, γεγονός που εξηγεί την έντονη αντίδραση της αγοράς.
Το Bloomberg επικαλείται αναλυτές της UBS, οι οποίοι εκτιμούν ότι σχεδόν το ένα τρίτο της πρόσθετης υπολογιστικής ισχύος που προβλεπόταν να τεθεί σε λειτουργία στις ΗΠΑ έως το 2028 βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο. Το μεγαλύτερο μέρος της ισχύος που θεωρείται εκτεθειμένο αφορά έργα στο Τέξας, όπου η νέα διοίκηση έχει δεσμευθεί να περιορίσει τις εγκρίσεις για καινούργια data centers.
Η αναταραχή επεκτάθηκε σε Ευρώπη και Ασία
Οι απώλειες μεταφέρθηκαν την Παρασκευή στις ασιατικές αγορές. Ο Nikkei στην Ιαπωνία και ο Kospi στη Νότια Κορέα υποχώρησαν περίπου 6%. Στην Ταϊβάν, ο βασικός δείκτης έχανε ενδοσυνεδριακά πάνω από 8%, προτού περιορίσει την πτώση στο 4,5% κατά το κλείσιμο, σύμφωνα με το Reuters.
Στην Ευρώπη, ο Stoxx 600 έκλεισε στις 648,33 μονάδες, με απώλειες 1%, ενώ ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 1,9%. Οι πιέσεις δεν περιορίστηκαν στην τεχνολογία. Οι ασφαλιστικές μετοχές στην Ευρώπη σημείωσαν πτώση 2,6%, καθώς οι επενδυτές περιόρισαν την έκθεσή τους σε κυκλικούς και ευαίσθητους στην οικονομική ανάπτυξη κλάδους.
Η αναταραχή επηρέασε και τις αγορές εμπορευμάτων και ομολόγων. Το Brent κινήθηκε ξανά προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, μετά τη σημαντική πτώση που είχε καταγράψει μέσα στην εβδομάδα, καθώς οι προσδοκίες για αποκλιμάκωση στον πόλεμο με το Ιράν είχαν πιέσει τις τιμές.
Στην αγορά ομολόγων, οι αρχικές τοποθετήσεις σε κρατικούς τίτλους περιορίστηκαν μετά τα ισχυρότερα από τα αναμενόμενα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε στο 4,86%. Τον Οκτώβριο προστέθηκαν 165.000 θέσεις εργασίας, έναντι 65.000 που ανέμεναν οι οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση του Reuters. Παράλληλα, η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων της Fed τον Δεκέμβριο που τιμολογούσε η αγορά αυξήθηκε στο 78%, από 70%.
Το επόμενο τεστ για τη Wall Street
Το πρώτο σημαντικό τεστ για τις αγορές μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ είναι η ανακοίνωση των στοιχείων για τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου, την Τρίτη 10 Νοεμβρίου. Μια υψηλότερη από την αναμενόμενη μέτρηση θα μπορούσε να ενισχύσει τις προσδοκίες για αύξηση των επιτοκίων της Fed τον Δεκέμβριο και να ασκήσει νέα πίεση στις τεχνολογικές μετοχές.
Στο επίκεντρο θα βρεθούν επίσης τα αποτελέσματα των CoreWeave, Applied Materials και Cisco. Ο Γκάρετ Μέλσον της Natixis Investment Managers Solutions εκτιμά ότι μια πιο αισιόδοξη πρόβλεψη της CoreWeave για την ολοκλήρωση των έργων της θα μπορούσε να περιορίσει μέρος της ανησυχίας σχετικά με τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στον κλάδο.
Η Κριστίν Νόρτον της State Street Investment Management θεωρεί ότι οι έντονες διακυμάνσεις ενδέχεται να συνεχιστούν βραχυπρόθεσμα, αλλά εκτιμά ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δύσκολα θα αλλάξει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Αντίστοιχα, ο Μάρβιν Λο της State Street επισημαίνει ότι η πολιτική και ρυθμιστική αβεβαιότητα θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις μετοχές του κλάδου έως ότου γίνει σαφές πόσο μεγάλη θα είναι η επιβράδυνση των επενδύσεων.
Οι πιθανές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία
Αν οι απώλειες στις μετοχές συνεχιστούν, το βασικό ερώτημα θα είναι πόσο θα επηρεαστεί η πραγματική οικονομία. Ο Τιμ Γκραφ, επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής της State Street για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, σημειώνει στο Reuters ότι η πτώση της αξίας των χαρτοφυλακίων μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση στις ΗΠΑ.
Για τη Fed, μια τέτοια εξέλιξη θα έκανε δυσκολότερη την απόφαση του Δεκεμβρίου. Οι αξιωματούχοι θα πρέπει να σταθμίσουν τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάπτυξης απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις από τις υψηλές τιμές ενέργειας και την ανθεκτική αγορά εργασίας.
Ο «σεισμός» στις αγορές μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δεν αποτελεί, επομένως, μόνο πολιτική αντίδραση. Αποτυπώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στις υψηλές προσδοκίες για την τεχνητή νοημοσύνη και στην ανάγκη για αυστηρότερο έλεγχο του κόστους, της ενέργειας και της χρηματοδότησης. Η βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα πιθανότατα θα παραμείνει αυξημένη, ενώ η πορεία των επιτοκίων, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και οι εξελίξεις στα data centers θα καθορίσουν αν η αναταραχή θα αποδειχθεί προσωρινή ή η αρχή μιας βαθύτερης ανατιμολόγησης.




