Μια διεθνής απάτη με AI, συνολικού ύψους άνω των 129 εκατομμυρίων δολαρίων, βρίσκεται στο επίκεντρο έρευνας των αμερικανικών αρχών. Τρεις άνδρες κατηγορούνται ότι συμμετείχαν σε οργανωμένο κύκλωμα, το οποίο αξιοποιούσε εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για να μιμείται τις φωνές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εικόνα διευθύνοντων συμβούλων και δικηγόρων μεγάλων εταιρειών.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που δημοσιοποιήθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης, τα χρήματα μεταφέρονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, και στη συνέχεια μετατρέπονταν σε κρυπτονομίσματα. Η φερόμενη εγκληματική δράση εκτείνεται από τον Ιούλιο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2026.
Πώς λειτουργούσε η απάτη με AI
Η διαδικασία ξεκινούσε συνήθως με ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλη ψηφιακή επικοινωνία, η οποία έμοιαζε να προέρχεται από τον διευθύνοντα σύμβουλο μιας εταιρείας. Ο εργαζόμενος ενημερωνόταν ότι έπρεπε να συμμετάσχει σε μια απολύτως εμπιστευτική οικονομική συναλλαγή και καλούνταν να επικοινωνήσει με δικηγόρο μεγάλης διεθνούς δικηγορικής εταιρείας.
Ο υποτιθέμενος δικηγόρος ήταν, σύμφωνα με τις κατηγορίες, συνεργός του κυκλώματος. Παρουσίαζε τη συναλλαγή ως επείγουσα και έδινε λεπτομερείς οδηγίες για τη μεταφορά των χρημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, οι δράστες δημιουργούσαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια νόμιμη εταιρική διαδικασία, η οποία απαιτούσε ταχύτητα και απόλυτη εχεμύθεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν πλατφόρμες ηλεκτρονικών υπογραφών, όπως το DocuSign, ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία των εγγράφων. Ακολουθούσαν τηλεφωνικές κλήσεις ή βιντεοκλήσεις, κατά τις οποίες οι δράστες φέρονται να αξιοποιούσαν τεχνολογία AI για να αναπαράγουν τη φωνή ή την εικόνα πραγματικών στελεχών. Η χρήση αυτών των εργαλείων έκανε δυσκολότερη την αναγνώριση της απάτης, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είχαν προηγουμένως λάβει επίσημα έγγραφα και επείγουσες οδηγίες.
Μεγάλες μεταφορές χρημάτων και σημαντικές απώλειες
Τον Οκτώβριο του 2024, υπάλληλος μεγάλης επενδυτικής εταιρείας στη Νέα Υόρκη έλαβε μήνυμα που φαινόταν να προέρχεται από ανώτατο στέλεχος. Του ζητήθηκε να υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας για μια υποτιθέμενη επιχειρηματική συμφωνία και να επικοινωνήσει με τον «δικηγόρο» που θα αναλάμβανε τα επόμενα βήματα.
Ο εργαζόμενος ενέκρινε μεταφορά ύψους 2,85 εκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, το αρμόδιο τμήμα της εταιρείας εντόπισε την ύποπτη συναλλαγή και κατάφερε να σταματήσει την πληρωμή την τελευταία στιγμή.
Άλλες επιχειρήσεις, όμως, δεν είχαν την ίδια τύχη. Σύμφωνα με τους Αμερικανούς εισαγγελείς:
– Νοσοκομειακός οργανισμός στο Μιζούρι έχασε περίπου 4,83 εκατομμύρια δολάρια.
– Τράπεζα στο Ρόουντ Άιλαντ υπέστη απώλεια 2,68 εκατομμυρίων δολαρίων.
– Νοσοκομειακός οργανισμός στην Καλιφόρνια έχασε σχεδόν 3 εκατομμύρια δολάρια.
– Βρετανική εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας εξαπατήθηκε για 11,58 εκατομμύρια δολάρια.
– Αμερικανική εταιρεία παραγωγής τροφών για κατοικίδια μετέφερε 5,24 εκατομμύρια δολάρια στους λογαριασμούς που υπέδειξαν οι δράστες.
Οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν πόσο αποτελεσματικά μπορεί να λειτουργήσει μια απάτη με AI όταν συνδυάζεται με κοινωνική μηχανική, πλαστογράφηση ταυτότητας και πίεση χρόνου.
Το σενάριο για την τηλεφωνική επικοινωνία
Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης ένα χειρόγραφο σενάριο με τίτλο «Lawyer Call». Το κείμενο φέρεται να χρησιμοποιούνταν από τον 41χρονο Τζέικομπ Σόαλ, όταν υποδυόταν Βρετανούς δικηγόρους.
Το σενάριο περιείχε έτοιμες απαντήσεις για πιθανές αμφιβολίες των εργαζομένων. Αν κάποιος ρωτούσε γιατί άλλοι συνάδελφοι δεν γνώριζαν τη συναλλαγή, η απάντηση ήταν ότι δεν είχαν ακόμη υπογράψει τις απαιτούμενες συμφωνίες εμπιστευτικότητας.
Παράλληλα, οι δράστες επικαλούνταν τον κίνδυνο παράνομης εκμετάλλευσης εμπιστευτικών χρηματιστηριακών πληροφοριών. Με αυτό το επιχείρημα προσπαθούσαν να αποτρέψουν τα θύματα από το να ζητήσουν δεύτερη γνώμη ή να συζητήσουν τη συναλλαγή με άλλους εργαζομένους.
Η Ελλάδα στη διαδρομή των χρημάτων
Το κατηγορητήριο αναφέρει ότι τα χρήματα κατευθύνονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σιγκαπούρη, την Αυστρία, τη Σλοβακία και την Κίνα.
Στη συνέχεια, τα ποσά φέρεται να μετατρέπονταν σε κρυπτονομίσματα, με στόχο να αποκρυφθεί η προέλευσή τους και να διανεμηθούν μεταξύ των μελών του κυκλώματος. Η αναφορά στην Ελλάδα αφορά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν στη διαδρομή των χρημάτων.
Δεν προκύπτει ότι ελληνικές επιχειρήσεις ή πρόσωπα συμμετείχαν στην απάτη, ούτε ότι υπήρξαν θύματα στην Ελλάδα. Επίσης, οι αμερικανικές αρχές δεν έχουν διευκρινίσει σε ποιες τράπεζες βρίσκονταν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί ή ποια ποσά διακινήθηκαν μέσω αυτών.
Οι τρεις κατηγορούμενοι
Οι αμερικανικές αρχές έχουν απαγγείλει κατηγορίες στον 54χρονο Σάρον Χαζάν από το Ισραήλ, στον 42χρονο Γκάι Σιτρίτ, επίσης Ισραηλινό και κάτοικο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς και στον Τζέικομπ Σόαλ, ο οποίος διαμένει στην Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Χαζάν φέρεται να είχε κεντρικό ρόλο στη νομιμοποίηση των εσόδων. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ισχυριζόταν ότι ασχολούνταν με το ξέπλυμα χρήματος από το 1994 και ότι είχε διακινήσει περισσότερα από 400 εκατομμύρια δολάρια τα τελευταία τρία χρόνια. Μάλιστα, φέρεται να χαρακτήριζε τον εαυτό του «νούμερο ένα στον κόσμο» στον συγκεκριμένο τομέα. Το 2008 είχε καταδικαστεί στη Νέα Υόρκη για συνωμοσία με σκοπό τη διάπραξη τραπεζικής απάτης.
Ο Σιτρίτ κατηγορείται επίσης για νομιμοποίηση εσόδων. Είναι ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ψηφιακού μάρκετινγκ Over The Top SEO, η οποία είχε ανακοινώσει τον Μάρτιο του 2026 τη δημιουργία τμήματος για τη βελτίωση της παρουσίας επιχειρήσεων στις απαντήσεις συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως το ChatGPT και το Gemini.
Ο Σόαλ συνελήφθη στην Ισπανία τον Ιούνιο, ο Χαζάν επίσης στην Ισπανία τον Αύγουστο και ο Σιτρίτ στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο. Οι αμερικανικές αρχές έχουν ζητήσει την έκδοσή τους. Και οι τρεις αντιμετωπίζουν επτά ομοσπονδιακές κατηγορίες, μεταξύ άλλων για ηλεκτρονική απάτη, διακεκριμένη κλοπή ταυτότητας και ξέπλυμα χρήματος. Για ορισμένα από τα αδικήματα προβλέπονται ποινές κάθειρξης έως και 20 ετών.
Η υπόθεση της απάτης με AI δείχνει ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να βασίζονται μόνο στην αναγνώριση φωνής, εικόνας ή ηλεκτρονικών εγγράφων. Το FBI συνεχίζει να αναζητά πιθανά θύματα και καλεί τις εταιρείες που υποψιάζονται ότι έγιναν στόχος να επικοινωνήσουν με τις αμερικανικές αρχές.




