Στρατόπεδο των κυβερνητικών δυνάμεων στη νότια Υεμένη φέρεται να έπληξαν τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου οι Χούθι, προκαλώντας τον θάνατο τουλάχιστον 30 στρατιωτών και τον τραυματισμό δεκάδων ακόμη. Σύμφωνα με αξιωματούχους του στρατού της Υεμένης, η επίθεση αποτελεί μία από τις πιο αιματηρές επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών, σε μια περίοδο κατά την οποία η ένταση στη χώρα έχει αυξηθεί σημαντικά.
Οι αντάρτες εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον του στρατοπέδου «αλ-Άλαμ», στην επαρχία Σάμπγουα, στο νότιο τμήμα της χώρας. Οι αρχικές πληροφορίες έκαναν λόγο για τουλάχιστον 24 τραυματίες, ενώ νεότερες εκτιμήσεις ανέβασαν τον συνολικό αριθμό των τραυματισμένων στρατιωτών στους 70. Τα περισσότερα από τα θύματα φέρεται να ήταν νεοσύλλεκτοι που βρίσκονταν στο στρατόπεδο για εκπαίδευση.
Επίθεση Χούθι με βαλλιστικούς πυραύλους
Στρατιωτικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι πρόσκεινται στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης, ανέφεραν στο Associated Press ότι οι πύραυλοι έπληξαν εγκαταστάσεις όπου εκπαιδεύονταν δυνάμεις ασφαλείας. Οι ίδιοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, καθώς δεν είχαν λάβει άδεια να ενημερώσουν επίσημα τα μέσα ενημέρωσης.
Ο συνταγματάρχης Ματζέντ αλ-Ναζίλι, εκπρόσωπος του στρατού της Υεμένης, επιβεβαίωσε ότι οι Χούθι εκτόξευσαν τρεις βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον κέντρου εκπαίδευσης της αστυνομίας και των δυνάμεων ασφαλείας. Ωστόσο, απέφυγε να σχολιάσει τον ακριβή αριθμό των θυμάτων, καθώς οι επιχειρήσεις διάσωσης και η καταγραφή των απωλειών βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη.
Το πρακτορείο SABA, το οποίο ελέγχεται από τους Χούθι, μετέδωσε ότι η επίθεση προκάλεσε δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Δεν έδωσε, ωστόσο, περισσότερες πληροφορίες για την έκταση των καταστροφών ή για τους στόχους που επλήγησαν.
Στρατηγική σημασία του στρατοπέδου στη Σάμπγουα
Το στρατόπεδο «αλ-Άλαμ» βρίσκεται στην περιφέρεια Τζαρντάν, βόρεια της Ατάκ, πρωτεύουσας της επαρχίας Σάμπγουα. Οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν από πολιτοφυλακή που υποστηριζόταν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ σήμερα αποτελούν σημαντικό σημείο συγκέντρωσης και εκπαίδευσης κυβερνητικών δυνάμεων.
Η τοποθεσία έχει ιδιαίτερη στρατηγική αξία, καθώς βρίσκεται πάνω σε βασική διαδρομή προς την επαρχία Μαρίμπ. Η Μαρίμπ παραμένει υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προμαχώνες των κυβερνητικών δυνάμεων στη βόρεια Υεμένη. Παράλληλα, η συγκεκριμένη οδική αρτηρία χρησιμοποιείται για τον ανεφοδιασμό στρατευμάτων και τη μεταφορά εξοπλισμού.
Ένας από τους στρατιωτικούς αξιωματούχους δήλωσε ότι οι εγκαταστάσεις φιλοξενούσαν μέλη μιας νεοσύστατης δύναμης με την ονομασία «Ταχεία Επέμβαση». Η δύναμη αυτή είχε αναλάβει την ενίσχυση της άμυνας στην περιοχή και την προστασία κρίσιμων υποδομών και γραμμών ανεφοδιασμού.
Νέα κλιμάκωση στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης
Η επίθεση Χούθι εντάσσεται σε μια ευρύτερη κλιμάκωση των συγκρούσεων στην Υεμένη, η οποία έχει γίνει πιο έντονη τους τελευταίους μήνες. Οι συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών και των κυβερνητικών δυνάμεων, που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, έχουν αναζωπυρωθεί έπειτα από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας.
Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός του 2022 είχε οδηγήσει σε ουσιαστική παύση των μεγάλης κλίμακας εχθροπραξιών και είχε δημιουργήσει ελπίδες για πολιτική λύση. Ωστόσο, οι εντάσεις στο εσωτερικό της Υεμένης, σε συνδυασμό με την ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, επηρέασαν άμεσα την πορεία της σύγκρουσης.
Οι Χούθι, οι οποίοι ελέγχουν μεγάλο μέρος της βόρειας και δυτικής Υεμένης, έχουν επανειλημμένα εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον κυβερνητικών στόχων. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση συνεχίζει να στηρίζεται στη στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας και άλλων συμμάχων της περιοχής.
Ο υψηλός αριθμός νεκρών και τραυματιών από την επίθεση Χούθι στο στρατόπεδο «αλ-Άλαμ» αναδεικνύει το εύθραυστο της κατάστασης ασφαλείας στη νότια Υεμένη. Παρά τις προσπάθειες για αποκλιμάκωση, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο, ενώ κάθε νέα επίθεση αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αναζωπύρωσης των συγκρούσεων.




