Στις εκδηλώσεις μνήμης για το Ολοκαύτωμα των Λιγκιάδων, 83 χρόνια μετά τη ναζιστική θηριωδία, παρέστη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας. Από το μαρτυρικό χωριό των Ιωαννίνων, ο Πρόεδρος έστειλε σαφές μήνυμα ότι οι αξιώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας για τις γερμανικές επανορθώσεις παραμένουν ενεργές, νόμιμες και διεκδικήσιμες.
Η παρουσία του κ. Τασούλα στο μνημόσυνο είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Οι Λιγκιάδες αποτελούν έναν από τους τόπους που συνδέθηκαν με τις πιο αποτρόπαιες πράξεις των ναζιστικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Εκείνη τη φοβερή ημέρα, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής προχώρησαν στη σφαγή 88 κατοίκων από τους Λιγκιάδες και την Αμφιθέα. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν περισσότερα από 40 παιδιά, ηλικίας έως 17 ετών.
Η τελετή μνήμης δεν αποτέλεσε μόνο φόρο τιμής στα θύματα. Ήταν, ταυτόχρονα, μια υπενθύμιση της ιστορικής ευθύνης και της ανάγκης να παραμένουν ζωντανά τα γεγονότα της Κατοχής. Η μνήμη, όπως υπογράμμισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν αφορά αποκλειστικά το παρελθόν, αλλά συνδέεται άμεσα με την υπεράσπιση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στο παρόν και στο μέλλον.
Οι γερμανικές επανορθώσεις παραμένουν ενεργή διεκδίκηση
Κατά την τοποθέτησή του, ο Κωνσταντίνος Τασούλας τόνισε ότι η ελληνική Πολιτεία βρίσκεται στο πλευρό των οικογενειών των θυμάτων και εξακολουθεί να υποστηρίζει με συνέπεια το αίτημα για τις γερμανικές επανορθώσεις. Όπως επισήμανε, πρόκειται για μια διεκδίκηση που είναι ενεργή, νόμιμη, απαράγραπτη και στηρίζεται σε ιστορικούς και ηθικούς λόγους.
«Σήμερα από ένα ακόμη μαρτυρικό χωριό, αισθάνομαι την ανάγκη να υπογραμμίσω και πάλι, όπως το έκανα στα Καλάβρυτα, όπως το έκανα στη Βιάννο, όπως το έκαναν στην Παραμυθιά, πως οι απαιτήσεις και οι αξιώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας για τις Γερμανικές επανορθώσεις είναι ενεργές, είναι νόμιμες, απαράγραπτες και διεκδικήσιμες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Πρόεδρος εξήγησε ότι η διεκδίκηση αυτή παραμένει ζωντανή επειδή την επιβάλλουν τα ίδια τα γεγονότα, η συλλογική μνήμη και το ιστορικό χρέος της χώρας. Πάνω απ’ όλα, όμως, όπως σημείωσε, την επιβάλλει η ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης. Η Ελλάδα, πρόσθεσε, θυμάται τα θύματα, διεκδικεί την αποκατάσταση και προστατεύει το μέλλον της.
Μνήμη απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς
Νωρίτερα, στον χαιρετισμό του, ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην Ευρώπη και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Η αναφορά αυτή προσέδωσε στη φετινή εκδήλωση μια ευρύτερη πολιτική και δημοκρατική διάσταση. Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, όπως υπογράμμισε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε οι κοινωνίες να αναγνωρίζουν τους κινδύνους του φανατισμού, του αυταρχισμού και της περιφρόνησης των δημοκρατικών θεσμών.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε επίσης στο μήνυμα του Προέδρου της Γερμανίας, επισημαίνοντας μια χαρακτηριστική ιστορική σύμπτωση: την ημέρα της ενοποίησης των δύο Γερμανιών, στις 3 Οκτωβρίου, συνδέεται και η μνήμη του Ολοκαυτώματος των Λιγκιάδων. Η αντίθεση ανάμεσα στο ιστορικό ορόσημο της γερμανικής ενότητας και στη φρίκη ενός εγκλήματος κατά αμάχων υπογραμμίζει τη σημασία της διαρκούς υπενθύμισης των εγκλημάτων του ναζισμού.
Απαντώντας στο ερώτημα του Γερμανού Προέδρου σχετικά με το αν η σημερινή Γερμανία θυμίζει την εποχή της Βαϊμάρης, ο κ. Τασούλας τόνισε ότι την απάντηση τη δίνουν οι ίδιες οι δημοκρατίες και οι λαοί που υπερασπίζονται τους θεσμούς και προστατεύουν τα πολιτεύματά τους.
«Θυμόμαστε, διεκδικούμε και προστατεύουμε το μέλλον μας»
Το μήνυμα από τους Λιγκιάδες ήταν σαφές: η λήθη δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση σε εγκλήματα τέτοιας κλίμακας. Η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή μέσα από τις μαρτυρίες, τα μνημεία, τις εκδηλώσεις τιμής και τη θεσμική διεκδίκηση της δικαιοσύνης.
Οι γερμανικές επανορθώσεις, όπως υπογράμμισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν αποτελούν ζήτημα που έχει κλείσει για την Ελλάδα. Οι αξιώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας παραμένουν ενεργές και συνδέονται με την υποχρέωση της Πολιτείας να τιμά τα θύματα, να στηρίζει τις οικογένειές τους και να υπερασπίζεται την ιστορική αλήθεια.
«Θυμόμαστε, διεκδικούμε και προστατεύουμε το μέλλον μας», κατέληξε ο Κωνσταντίνος Τασούλας, συνοψίζοντας σε αυτή τη φράση το διαχρονικό μήνυμα των μαρτυρικών τόπων της Ελλάδας.




