Μικτές τάσεις καταγράφονται στην ελληνική αγορά χρήματος, καθώς το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο στο 4,92%, ενώ τα επιτόκια των καταθέσεων παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό σταθερά. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι νέες καταθέσεις προσέφεραν οριακά υψηλότερες αποδόσεις, την ίδια στιγμή που το κόστος χρηματοδότησης διαφοροποιήθηκε ανάλογα με το είδος και τη διάρκεια του δανείου.
Επιτόκια καταθέσεων: οριακές μεταβολές τον Σεπτέμβριο
Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων καταθέσεων αυξήθηκε στο 0,40% τον Σεπτέμβριο, από 0,37% τον προηγούμενο μήνα. Παρά την άνοδο, οι αποδόσεις παραμένουν χαμηλές, ιδιαίτερα στις καταθέσεις άμεσης πρόσβασης.
Συγκεκριμένα, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας από νοικοκυριά παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,03%. Αντίστοιχα, το επιτόκιο για τις καταθέσεις μίας ημέρας των επιχειρήσεων διαμορφώθηκε στο 0,24%, σημειώνοντας οριακή μεταβολή.
Πιο αισθητή ήταν η αύξηση στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος. Το μέσο επιτόκιο για τις καταθέσεις νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 11 μονάδες βάσης και έφτασε στο 1,28%. Για τις επιχειρήσεις, η άνοδος ήταν μεγαλύτερη, καθώς το αντίστοιχο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 19 μονάδες βάσης, στο 2,16%.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι τράπεζες εξακολουθούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις κυρίως σε προϊόντα προθεσμιακού χαρακτήρα, ενώ οι καταθέσεις όψεως και μίας ημέρας παραμένουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Νέα δάνεια: σταθερότητα στο μέσο επιτόκιο, διαφορετικές τάσεις ανά κατηγορία
Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις υποχώρησε ελαφρά στο 4,76%, έναντι 4,79% τον προηγούμενο μήνα. Ωστόσο, η συνολική εικόνα δεν αποτυπώνει τις επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ καταναλωτικών, στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων.
Το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 14,61%. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα δάνεια μέσω πιστωτικών καρτών, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς.
Αντίθετα, το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 49 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 10,38%. Άνοδο κατά 33 μονάδες βάσης σημείωσε και το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο διαμορφώθηκε στο 3,72%.
Στα επιχειρηματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 12 μονάδες βάσης και έφτασε στο 4,87%. Παράλληλα, το επιτόκιο των επαγγελματικών δανείων αυξήθηκε κατά 14 μονάδες βάσης, στο 7,04%.
Το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο παρέμεινε σταθερό στο 4,35%. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το μέσο επιτόκιο των δανείων τακτής λήξης με κυμαινόμενο επιτόκιο μειώθηκε κατά 5 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,53%.
Το κόστος των νέων δανείων ανάλογα με το ύψος χρηματοδότησης
Οι μεταβολές στα επιτόκια διαφέρουν και ανάλογα με το ποσό του δανείου. Για δάνεια έως και 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης, στο 5,02%.
Για δάνεια από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ, το μέσο επιτόκιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,70%. Αντίστοιχα, στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ διατηρήθηκε σχεδόν σταθερό, στο 4,25%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μικρότερες χρηματοδοτήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υψηλότερο μέσο κόστος σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά δάνεια. Η διαφορά αυτή μπορεί να συνδέεται με το αυξημένο πιστωτικό ρίσκο, το μικρότερο μέγεθος των επιχειρήσεων ή τους διαφορετικούς όρους εξασφάλισης.
Υφιστάμενες καταθέσεις και δάνεια
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα καταθέσεων, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων μίας ημέρας, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,39% τον Σεπτέμβριο του 2026.
Το επιτόκιο των υφιστάμενων καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως δύο έτη από νοικοκυριά διατηρήθηκε σχεδόν σταθερό στο 1,23%. Για τις επιχειρήσεις, ωστόσο, αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης, στο 2,17%.
Διαφορετική ήταν η εικόνα στα υφιστάμενα δάνεια. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,92%. Πρόκειται για μεταβολή που επηρεάζει το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης των υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων, ιδιαίτερα όσων συνδέονται με κυμαινόμενα επιτόκια.
Στα δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στο 3,78%. Το επιτόκιο των καταναλωτικών και λοιπών δανείων προς ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα αυξήθηκε επίσης κατά 4 μονάδες βάσης, στο 8,55%.
Στα επιχειρηματικά δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης, στο 4,49%. Παράλληλα, το μέσο επιτόκιο των επαγγελματικών δανείων ενισχύθηκε κατά 13 μονάδες βάσης και έφτασε στο 5,73%.
Συνολικά, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν μια αγορά όπου το επιτόκιο καταθέσεων παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ το κόστος των υφιστάμενων δανείων κινείται υψηλότερα. Η αύξηση του μέσου επιτοκίου των δανείων στο 4,92% επιβεβαιώνει ότι οι δανειολήπτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές επιβαρύνσεις, παρά τη μικρή υποχώρηση που καταγράφηκε στα νέα δάνεια.


