Στα 2,5 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού σε ταμειακή βάση κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός εξακολουθεί να παρουσιάζει θετικό πρωτογενές αποτέλεσμα, η επίδοση καταγράφει σημαντική υποχώρηση σε σύγκριση με τα 10,1 δισ. ευρώ που είχαν καταγραφεί την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μεταβολή των δημοσιονομικών μεγεθών μέσα σε ένα έτος, καθώς οι δαπάνες αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τις εισπράξεις. Παράλληλα, η άνοδος των πληρωμών για τόκους επιβάρυνε περαιτέρω το συνολικό ταμειακό αποτέλεσμα, το οποίο πέρασε σε αρνητικό έδαφος.
Πρωτογενές πλεόνασμα 2,5 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο
Με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού σε ταμειακή βάση ανήλθε στα 2,5 δισ. ευρώ από τον Ιανουάριο έως και τον Σεπτέμβριο του 2026. Το αντίστοιχο ποσό για το εννεάμηνο του 2025 ήταν 10,1 δισ. ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα μειώθηκε κατά 7,6 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός εμφάνισε πρωτογενές έλλειμμα. Αντίθετα, το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει θετικό, ωστόσο το μέγεθός του είναι αισθητά χαμηλότερο σε σχέση με πέρυσι. Η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με την αύξηση των δημοσίων δαπανών, αλλά και με τις υψηλότερες ανάγκες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Η εικόνα της κεντρικής διοίκησης
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία για το πρωτογενές αποτέλεσμα της κεντρικής διοίκησης. Το πλεόνασμα περιορίστηκε στα 6,2 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, έναντι 9,6 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους.
Την ίδια στιγμή, το συνολικό ταμειακό αποτέλεσμα της κεντρικής διοίκησης παρουσίασε έλλειμμα 776 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε明显ή αντίθεση με το εννεάμηνο του 2025, όταν είχε καταγραφεί ταμειακό πλεόνασμα ύψους 3,133 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία ανακοινώθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026 και αποτυπώνουν τις ταμειακές ροές του Δημοσίου, δηλαδή τις εισπράξεις και τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Αυξημένα τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού
Στο σκέλος των εσόδων, οι εισπράξεις του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 56,368 δισ. ευρώ από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 2026. Το αντίστοιχο διάστημα του 2025 οι εισπράξεις είχαν διαμορφωθεί σε 53,923 δισ. ευρώ.
Καταγράφεται, επομένως, αύξηση περίπου 2,445 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο. Η άνοδος των εσόδων αποτελεί θετική εξέλιξη για τα δημόσια οικονομικά, καθώς δείχνει ότι οι εισπράξεις του Δημοσίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει την ισχυρότερη άνοδο των δαπανών.
Η πορεία των εσόδων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κράτος καλείται να διατηρήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει αυξημένες ανάγκες.
Μεγαλύτερη αύξηση στις δαπάνες
Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 51,979 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, έναντι 46,812 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η αύξηση ανήλθε σε περίπου 5,167 δισ. ευρώ και ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την αύξηση των εσόδων.
Η διαφορά ανάμεσα στον ρυθμό ανόδου των εσόδων και εκείνον των δαπανών εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη συρρίκνωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Όσο οι πληρωμές αυξάνονται ταχύτερα από τις εισπράξεις, περιορίζεται το δημοσιονομικό περιθώριο και ασκούνται πιέσεις στο ταμειακό ισοζύγιο.
Η εξέλιξη των δαπανών θα βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιονομικής παρακολούθησης τους επόμενους μήνες, καθώς το τελικό αποτέλεσμα του έτους θα εξαρτηθεί από την πορεία των πληρωμών, των φορολογικών εσόδων και των υποχρεώσεων του Δημοσίου.
Αυξημένο το κόστος εξυπηρέτησης των τόκων
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση των τόκων. Οι σχετικές πληρωμές ανήλθαν σε 7 δισ. ευρώ κατά το εννεάμηνο του 2026, έναντι 6,4 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η επιβάρυνση των τόκων κατά περίπου 600 εκατ. ευρώ περιορίζει το περιθώριο για τη δημιουργία υψηλότερου δημοσιονομικού πλεονάσματος. Παράλληλα, καταδεικνύει τη σημασία που έχει η πορεία του κόστους δανεισμού για τα δημόσια οικονομικά και για τη διαμόρφωση του τελικού προϋπολογιστικού αποτελέσματος.
Συνολικά, το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού παραμένει θετικό, αλλά η σημαντική μείωσή του σε σχέση με το 2025, σε συνδυασμό με το ταμειακό έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης, αναδεικνύει τις αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις. Η πορεία των εσόδων και των δαπανών κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους θα είναι καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα του 2026.




