Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που οδήγησε στο Brexit, η Βρετανία εξετάζει το ενδεχόμενο μιας νέας προσέγγισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενόψει της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, στις 20 Νοεμβρίου, το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες φαίνεται να αναζητούν τρόπους για την αποκατάσταση στενότερων δεσμών, χωρίς όμως να τίθεται ζήτημα επιστροφής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσαν οι εφημερίδες Guardian και Times, οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά στην επίτευξη τριών συμφωνιών. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν το εμπόριο αγροτικών προϊόντων, τη μετακίνηση νέων και τη συνεργασία στον τομέα των εκπομπών ρύπων. Αν και οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν ανατρέπουν το υφιστάμενο πλαίσιο του Brexit, θα μπορούσαν να περιορίσουν ορισμένα από τα πρακτικά και οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια.
Η νέα προσέγγιση Βρετανία – ΕΕ στο εμπόριο τροφίμων
Η σημαντικότερη από τις υπό συζήτηση συμφωνίες αφορά τη μείωση των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών ελέγχων στα τρόφιμα και στα αγροτικά προϊόντα. Οι έλεγχοι αυτοί ενισχύθηκαν μετά το Brexit, προκαλώντας καθυστερήσεις, αυξημένο διοικητικό κόστος και επιπλέον επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εκατέρωθεν της Μάγχης.
Η βρετανική κυβέρνηση εκτιμά ότι μια πιο ευέλικτη διαδικασία θα μπορούσε να αποφέρει οικονομικό όφελος άνω των πέντε δισεκατομμυρίων λιρών έως το 2040. Η διευκόλυνση των εμπορικών ροών αναμένεται να στηρίξει ιδιαίτερα τους παραγωγούς τροφίμων, τους αγρότες, τις μικρές επιχειρήσεις και τις εταιρείες που εξαρτώνται από ταχύτατες παραδόσεις.
Ωστόσο, η συμφωνία δεν προβλέπει γενική κατάργηση των τελωνειακών διαδικασιών. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθήσει να βρίσκεται εκτός της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης, γεγονός που σημαίνει ότι αρκετές γραφειοκρατικές απαιτήσεις θα παραμείνουν σε ισχύ. Η προτεινόμενη ρύθμιση θα αφορά κυρίως την απλούστευση των ελέγχων και όχι την πλήρη επιστροφή στο καθεστώς που ίσχυε πριν από το Brexit.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται και η επαναφορά των διαβατηρίων κατοικιδίων. Ένα τέτοιο μέτρο θα διευκόλυνε τα ταξίδια Βρετανών πολιτών προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιορίζοντας τις πρόσθετες διαδικασίες και τα έγγραφα που απαιτούνται σήμερα για τη μεταφορά ζώων συντροφιάς.
Κινητικότητα νέων και σπουδές
Ένα δεύτερο πιθανό βήμα αφορά τη δημιουργία ειδικού προγράμματος κινητικότητας για νέους κάτω των 30 ετών. Το πρόγραμμα θα μπορούσε να επιτρέπει σε νέους Βρετανούς και Ευρωπαίους να ζουν, να εργάζονται ή να σπουδάζουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε κράτη-μέλη της ΕΕ.
Η επιστροφή μιας ελεγχόμενης μορφής ελεύθερης μετακίνησης θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι μετά το Brexit αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια για εργασία, πρακτική άσκηση ή μακροχρόνια διαμονή στην άλλη πλευρά. Παράλληλα, ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να ενισχύσει τις πολιτιστικές και εκπαιδευτικές ανταλλαγές, χωρίς να επαναφέρει πλήρως την ελεύθερη κυκλοφορία για το σύνολο του πληθυσμού.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η πιθανότητα μείωσης των διδάκτρων για Ευρωπαίους φοιτητές στα βρετανικά πανεπιστήμια. Μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, πολλοί Ευρωπαίοι φοιτητές αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερο κόστος σπουδών. Μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία, όμως το ζήτημα παραμένει σημαντικό, καθώς τα βρετανικά πανεπιστήμια επιδιώκουν να διατηρήσουν την ελκυστικότητά τους για φοιτητές από την Ευρώπη.
Το οικονομικό κόστος της στενότερης συνεργασίας
Η νέα προσέγγιση Βρετανία – ΕΕ δεν θα είναι απαραίτητα χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Σύμφωνα με τους Times, προσχέδιο κοινής δήλωσης προβλέπει πιθανή οικονομική συνεισφορά του Ηνωμένου Βασιλείου σε ευρωπαϊκά ταμεία συνοχής. Η συνεισφορά αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με τη συμμετοχή της Βρετανίας σε συγκεκριμένους τομείς της ενιαίας αγοράς.
Παράλληλα, οικονομική επιβάρυνση ενδέχεται να προκύψει και από το σχέδιο σύνδεσης των συστημάτων εμπορίας εκπομπών ρύπων. Η συνεργασία στον συγκεκριμένο τομέα θα μπορούσε να διευκολύνει τις επιχειρήσεις και να περιορίσει τις στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, απαιτώντας όμως νέους μηχανισμούς συντονισμού και πιθανές χρηματοδοτικές δεσμεύσεις.
Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ υποστηρίζει ότι η στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να ενισχύσει τη βρετανική οικονομία κατά 17 δισεκατομμύρια λίρες και να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 0,4%. Οι εκτιμήσεις αυτές ενισχύουν την άποψη ότι μια πιο πρακτική σχέση με την ΕΕ μπορεί να προσφέρει οικονομικά οφέλη, ακόμη και χωρίς πλήρη αναθεώρηση της απόφασης για το Brexit.
Η στάση της βρετανικής κοινής γνώμης
Η Σύνοδος Κορυφής της 20ής Νοεμβρίου αναμένεται να αποσαφηνίσει τις προθέσεις των δύο πλευρών και να δείξει αν οι υπό συζήτηση συμφωνίες μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Παράλληλα, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Ο Μπέρναμ έχει αναγνωρίσει ότι η στάση της βρετανικής κοινής γνώμης απέναντι στο Brexit έχει μεταβληθεί. Έχει, ωστόσο, διευκρινίσει ότι δεν πρόκειται να λάβει αποφάσεις για το μέλλον των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη στήριξη των πολιτών. Η θέση αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει μια σταδιακή και προσεκτική επαναπροσέγγιση, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ακύρωση του Brexit.
Η νέα προσέγγιση Βρετανία – ΕΕ διαμορφώνεται, επομένως, ως μια προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην πολιτική αυτονομία και στα πρακτικά οφέλη της στενότερης συνεργασίας. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν οι προτεινόμενες συμφωνίες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια πιο σταθερή, λειτουργική και αμοιβαία επωφελή σχέση.



