Το νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει τις αντοχές των εθνικών οικονομιών και επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου ράλι στις τιμές ενέργειας. Οι εξελίξεις στην περιοχή, οι επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και η αβεβαιότητα γύρω από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, ενώ ασκούν ισχυρές πιέσεις στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι αγορές έχουν ήδη αντιδράσει έντονα. Η τιμή του Brent πλησίασε τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου, TTF, ενισχύθηκε έως τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Παρότι προς το τέλος της εβδομάδας καταγράφηκε αποκλιμάκωση, με το Brent να υποχωρεί κοντά στα 102 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 77 ευρώ, οι τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με την αρχή του έτους.
Ράλι στις τιμές ενέργειας λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή
Μεγάλες ζημιές προκλήθηκαν στον αγωγό της Σαουδικής Αραβίας που μεταφέρει πετρέλαιο από τα ανατολικά της χώρας προς την Ερυθρά Θάλασσα. Η συγκεκριμένη υποδομή είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία μετά το «κλείσιμο» των Στενών του Ορμούζ, καθώς λειτουργούσε ως εναλλακτική οδός για τις εξαγωγές πετρελαίου.
Η επίθεση ενίσχυσε τους φόβους για περιορισμό της προσφοράς αργού στην παγκόσμια αγορά. Όταν οι διαθέσιμες ποσότητες μειώνονται και η ζήτηση παραμένει σταθερή, οι τιμές αντιδρούν άμεσα. Αυτό ακριβώς συνέβη τις τελευταίες ημέρες, με το πετρέλαιο να καταγράφει άνοδο περίπου 70% σε σύγκριση με την αρχή του έτους και το φυσικό αέριο να εμφανίζει αύξηση που αγγίζει το 180%.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην αγορά καυσίμων. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών μεταφέρεται στο κόστος μεταφορών, παραγωγής, θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται η πίεση στον πληθωρισμό και περιορίζεται το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.
Περιορίζονται οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG
Τους φόβους για σχεδόν πλήρη και παρατεταμένη διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία μετρίασε η ανακοίνωση για μερική επαναλειτουργία του αγωγού. Παράλληλα, η χώρα αναμένεται να ξεκινήσει ορισμένες εξαγωγές προς ασιατικές αγορές μέσω του Ομάν, γεγονός που προσφέρει μια προσωρινή ανάσα στην αγορά.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Η προσφορά αργού από την περιοχή του Κόλπου έχει μειωθεί αισθητά, ενώ οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση. Οι παράλληλες διαταραχές σε διαφορετικές περιοχές παραγωγής και μεταφοράς αυξάνουν τον κίνδυνο μεγαλύτερης αστάθειας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η διακοπή των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το Κατάρ. Οι εξαγωγές της χώρας αντιστοιχούν περίπου στο 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG, όμως η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να παρακαμφθεί εύκολα. Επομένως, οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό έλλειμμα στην ευρωπαϊκή αγορά, ειδικά πριν από την πλήρη ολοκλήρωση της χειμερινής περιόδου.
Το κόστος για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Οι συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ήδη σημαντικές. Σύμφωνα με δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στα τέλη Φεβρουαρίου η ΕΕ είχε πληρώσει περίπου 90 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να προμηθευτεί την ίδια ποσότητα ενέργειας που εισήγαγε πριν από την έναρξη των συγκρούσεων.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή σημαίνει αυξημένο ενεργειακό κόστος σε μια περίοδο κατά την οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα την τιμή της βενζίνης, του πετρελαίου θέρμανσης και των μεταφορών. Παράλληλα, το φυσικό αέριο επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή και, κατ’ επέκταση, τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Τι προβλέπουν οι αγορές για τους επόμενους μήνες
Οι προθεσμιακές αγορές εκτιμούν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υποχωρήσουν κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για παραδόσεις τον Δεκέμβριο. Στη συνέχεια, προβλέπεται σταδιακή μείωση προς τα 90 δολάρια έως τον Μάρτιο του 2027. Παρά τη μείωση, οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν σε ετήσια βάση υψηλότερες από τα προηγούμενα επίπεδα.
Πιο αισθητή αποκλιμάκωση προβλέπεται από τον Ιούλιο του 2027, όταν η τιμή του πετρελαίου εκτιμάται ότι μπορεί να διαμορφωθεί κοντά στα 82,5 δολάρια το βαρέλι. Οι προβλέψεις αυτές, ωστόσο, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των συγκρούσεων, την αποκατάσταση των εξαγωγών και την ασφάλεια των θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών μεταφοράς.
Για το φυσικό αέριο, οι εκτιμήσεις της αγοράς είναι πιο αισιόδοξες. Η τιμή TTF αναμένεται να υποχωρήσει στα 60 ευρώ τον Απρίλιο, καθώς θα περιορίζονται οι ανάγκες θέρμανσης, και κοντά στα 50 ευρώ τον Ιούλιο. Παρ’ όλα αυτά, μια νέα διακοπή στις εισαγωγές LNG ή μια κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα αυτές τις προβλέψεις.
Οι ακραίες προβλέψεις της ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας αυξάνουν τον κίνδυνο νέας ανόδου του πληθωρισμού. Οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ έχουν καταρτίσει διαφορετικά σενάρια για το τελευταίο τρίμηνο του 2026.
Στο βασικό σενάριο, η μέση τιμή του πετρελαίου εκτιμάται κοντά στα 87 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 60 ευρώ. Στο δυσμενές σενάριο, οι τιμές μπορεί να διαμορφωθούν στα 99 δολάρια για το πετρέλαιο και στα 77 ευρώ για το φυσικό αέριο.
Το ακραίο σενάριο είναι σαφώς πιο ανησυχητικό: προβλέπει πετρέλαιο στα 132 δολάρια το βαρέλι και φυσικό αέριο στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αύξανε σημαντικά το κόστος παραγωγής και διαβίωσης, προκαλώντας νέα πληθωριστική πίεση και δυσκολεύοντας τη νομισματική πολιτική.
Το ράλι στις τιμές ενέργειας δεν αποτελεί πλέον ένα παροδικό πρόβλημα των αγορών, αλλά έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια των συγκρούσεων, την αποκατάσταση των εξαγωγών και την ικανότητα της Ευρώπης να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Μέχρι τότε, το ενδεχόμενο πετρελαίου στα 132 δολάρια και φυσικού αερίου στα 130 ευρώ παραμένει ένα από τα πιο ανησυχητικά σενάρια για την ευρωπαϊκή οικονομία.




