Η χρήση αντιβιοτικών από την παιδική ηλικία έως και την πρώιμη ενήλικη ζωή φαίνεται να συνδέεται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου στην ηλικία των 24 ετών. Μάλιστα, σύμφωνα με νέα μελέτη, ο κίνδυνος αυξανόταν όσο περισσότερες φορές είχαν συνταγογραφηθεί αντιβιοτικά στους συμμετέχοντες.
Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι μια συχνή λειτουργική διαταραχή του πεπτικού συστήματος. Μπορεί να προκαλεί κοιλιακό άλγος, φούσκωμα, διάρροια, δυσκοιλιότητα ή εναλλαγές μεταξύ διάρροιας και δυσκοιλιότητας. Εκτιμάται ότι επηρεάζει περισσότερους από 60 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη, επηρεάζοντας σημαντικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής.
Παρότι προηγούμενες έρευνες είχαν υποδείξει πιθανή σχέση ανάμεσα στη χρήση αντιβιοτικών και το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, τα δεδομένα σχετικά με την έκθεση στα αντιβιοτικά κατά την παιδική ηλικία και την εμφάνιση συμπτωμάτων στην ενήλικη ζωή παρέμεναν αντιφατικά. Επιπλέον, πολλές παλαιότερες μελέτες βασίζονταν στις αναμνήσεις των συμμετεχόντων για τη λήψη αντιβιοτικών, γεγονός που μπορεί να περιορίζει την ακρίβεια των αποτελεσμάτων.
Περισσότερες συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών
Για να εξετάσουν καλύτερα τη συγκεκριμένη σχέση, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2.853 συμμετέχοντες της σουηδικής μελέτης BAMSE. Οι συμμετέχοντες ήταν ηλικίας 9 έως 11 ετών το 2005, όταν ξεκίνησε η καταγραφή των δεδομένων, και παρακολουθήθηκαν έως ένα έτος πριν από την αξιολόγησή τους για το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, στην ηλικία των 24 ετών.
Τα στοιχεία για τη χρήση αντιβιοτικών αντλήθηκαν από το Σουηδικό Μητρώο Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές είχαν πρόσβαση σε αντικειμενικά καταγεγραμμένες πληροφορίες και όχι μόνο σε προσωπικές αναμνήσεις. Εξετάστηκε αν οι συμμετέχοντες είχαν λάβει αντιβιοτικά, πόσες φορές είχαν λάβει τέτοια αγωγή, καθώς και ποιες κατηγορίες αντιβιοτικών είχαν χρησιμοποιήσει.
Στην ηλικία των 24 ετών, το 10% των συμμετεχόντων εμφάνιζε σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Από αυτούς, το 79,4% ήταν γυναίκες. Η λήψη αντιβιοτικών ήταν συχνότερη στα άτομα με το σύνδρομο: το 87,8% είχε λάβει τουλάχιστον μία αγωγή με αντιβιοτικά κατά την περίοδο της μελέτης, σε σύγκριση με το 80,2% των συμμετεχόντων που δεν εμφάνιζαν το σύνδρομο.
Αφού έλαβαν υπόψη το φύλο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν λάβει αντιβιοτικά εμφάνιζαν 1,5 φορά μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνωστούν με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου σε σχέση με όσα δεν είχαν λάβει τέτοια φαρμακευτική αγωγή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι πιθανότητες εμφάνισης του συνδρόμου αυξάνονταν σταδιακά ανάλογα με τον αριθμό των συνταγογραφήσεων. Το εύρημα αυτό υποδεικνύει ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση στα αντιβιοτικά μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από μια μεμονωμένη θεραπεία.
Ποια αντιβιοτικά συνδέθηκαν με το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν ξεχωριστά τις κατηγορίες αντιβιοτικών, οι τετρακυκλίνες και οι κεφαλοσπορίνες παρέμειναν σημαντικά συσχετισμένες με υψηλότερες πιθανότητες εμφάνισης συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, ακόμη και μετά την προσαρμογή των αποτελεσμάτων ως προς το φύλο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση.
Η οποιαδήποτε χρήση τετρακυκλινών συνδέθηκε με 1,4 φορές υψηλότερες πιθανότητες εμφάνισης του συνδρόμου. Ακόμη πιο έντονη ήταν η συσχέτιση στην περίπτωση των κεφαλοσπορινών: τρεις ή περισσότερες συνταγογραφήσεις συνδέθηκαν με εξαπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι τα συγκεκριμένα αντιβιοτικά προκαλούν άμεσα το σύνδρομο. Πρόκειται για συσχετίσεις που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση, καθώς μπορεί να επηρεάζονται και από άλλους παράγοντες, όπως οι λοιμώξεις για τις οποίες χορηγήθηκαν τα αντιβιοτικά, άλλες παθήσεις, η διατροφή, το άγχος και το οικογενειακό ιστορικό.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Τζέσικα Σιόλαντ, δήλωσε ότι τα ευρήματα ενισχύουν τα επιδημιολογικά στοιχεία για μια πιθανή σύνδεση μεταξύ της έκθεσης σε αντιβιοτικά και του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Όπως τόνισε, τα δεδομένα υποστηρίζουν την ανάγκη για περισσότερη έρευνα, χωρίς όμως να αποδεικνύουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Ο πιθανός ρόλος του εντερικού μικροβιώματος
Μια πιθανή εξήγηση για τη συσχέτιση αφορά το εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή το σύνολο των μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό σύστημα και συμβάλλουν στη λειτουργία του οργανισμού.
Τα αντιβιοτικά είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση βακτηριακών λοιμώξεων, όμως δεν επηρεάζουν μόνο τα επιβλαβή βακτήρια. Μπορούν επίσης να μεταβάλουν τη σύνθεση και την ισορροπία των ωφέλιμων μικροοργανισμών του εντέρου. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι αυτές οι αλλαγές μπορεί να επιμένουν για αρκετά χρόνια και να είναι πιο έντονες μετά από επαναλαμβανόμενες θεραπείες.
Επειδή οι διαταραχές του εντερικού μικροβιώματος θεωρείται ότι ενδέχεται να συμβάλλουν στην εμφάνιση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να αποτελεί έναν από τους μηχανισμούς που εξηγούν τη συσχέτιση. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές δεν εξέτασαν άμεσα το μικροβίωμα των συμμετεχόντων, επομένως η συγκεκριμένη υπόθεση χρειάζεται επιβεβαίωση.
Γιατί χρειάζονται περισσότερες μελέτες
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες, στις οποίες θα γίνεται επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των συμπτωμάτων. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να διαπιστώσουν αν η έκθεση στα αντιβιοτικά προηγείται πράγματι της εμφάνισης του συνδρόμου, καθώς και αν παίζει ρόλο η ηλικία κατά τη θεραπεία, η διάρκεια της αγωγής ή το είδος του αντιβιοτικού.
Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστούν λεπτομερέστερα οι λοιμώξεις για τις οποίες χορηγήθηκαν τα αντιβιοτικά, άλλες παθήσεις, οι ψυχολογικοί παράγοντες, το στρες και το οικογενειακό περιβάλλον. Επαναλαμβανόμενες αναλύσεις του εντερικού μικροβιώματος θα μπορούσαν επίσης να δείξουν αν συγκεκριμένες αλλαγές στους μικροοργανισμούς του εντέρου συνδέονται με την εμφάνιση συμπτωμάτων.
Τα αντιβιοτικά παραμένουν πολύτιμα και, σε πολλές περιπτώσεις, απολύτως απαραίτητα για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αποφεύγονται όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη. Υπογραμμίζουν, όμως, τη σημασία της υπεύθυνης συνταγογράφησης και της αποφυγής περιττών ή επαναλαμβανόμενων αγωγών.
Συνολικά, η χρήση αντιβιοτικών κατά την παιδική ηλικία και την πρώιμη ενήλικη ζωή φαίνεται να συνδέεται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, ιδιαίτερα όταν οι συνταγογραφήσεις είναι πολλές. Η σχέση αυτή δεν έχει ακόμη αποδειχθεί αιτιολογική, όμως αναδεικνύει τον πιθανό ρόλο του εντερικού μικροβιώματος και την ανάγκη για πιο προσεκτική και εξατομικευμένη χρήση των αντιβιοτικών.




