Οι ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή έχουν ανακάμψει σχεδόν κατά 80% σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Shell, Ουαέλ Σαουάν. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, χωρίς όμως να εξαλείφει τους κινδύνους για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Μιλώντας στο Energy Intelligence Forum στο Λονδίνο, ο επικεφαλής της Shell υπογράμμισε ότι οι ροές έχουν πλέον φτάσει κοντά ή και πάνω από το 80% των προπολεμικών επιπέδων. Όπως σημείωσε, η ανάκαμψη δείχνει ότι αρκετές χώρες της περιοχής εξακολουθούν να διαθέτουν την επιχειρησιακή δυνατότητα να τηρούν τις δεσμεύσεις τους για τον εφοδιασμό των διεθνών αγορών.
«Παρά όσα συμβαίνουν, βρισκόμαστε πλέον κοντά ή και πάνω από το 80% των προπολεμικών επιπέδων. Αυτό δείχνει την ανθεκτικότητα πολλών από αυτές τις χώρες και την ικανότητά τους να συνεχίζουν να τροφοδοτούν τον κόσμο», δήλωσε ο Σαουάν.
Οι ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή ανακάμπτουν
Η εκτίμηση της Shell ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με τις αναλύσεις μεγάλων τραπεζών και εταιρειών που παρακολουθούν τη ναυτιλιακή δραστηριότητα. Οι περισσότερες ενδείξεις δείχνουν ότι οι εξαγωγές πετρελαίου πλησιάζουν τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση, αν και δεν έχουν αποκατασταθεί πλήρως.
Η πραγματική εικόνα, ωστόσο, παραμένει δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια. Η κίνηση των δεξαμενόπλοιων στα Στενά του Ορμούζ και σε τμήματα της Ερυθράς Θάλασσας δεν καταγράφεται πάντα με αξιοπιστία, καθώς αρκετά πλοία απενεργοποιούν τα συστήματα δορυφορικής παρακολούθησης. Η πρακτική αυτή περιορίζει την ορατότητα των αναλυτών και καθιστά δυσκολότερο τον ακριβή υπολογισμό των φορτίων που μεταφέρονται.
Για τον λόγο αυτό, επενδυτές, τράπεζες και εταιρείες εμπορίας ενέργειας συνδυάζουν διαφορετικές πηγές πληροφόρησης. Δορυφορικές εικόνες, δεδομένα από λιμάνια, πληροφορίες ναυτιλιακών εταιρειών και αναφορές από την περιοχή χρησιμοποιούνται προκειμένου να εκτιμηθούν οι πραγματικές ποσότητες πετρελαίου που φτάνουν στις διεθνείς αγορές.
Η αβεβαιότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις τιμές του πετρελαίου. Ακόμη και μια μικρή απόκλιση μεταξύ των επίσημων εκτιμήσεων και των πραγματικών ροών μπορεί να επηρεάσει τις προσδοκίες για την προσφορά, να εντείνει τη μεταβλητότητα και να αυξήσει το ασφάλιστρο κινδύνου στις αγορές.
Η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει επαναφέρει την ενεργειακή ασφάλεια στην κορυφή της διεθνούς ατζέντας. Η εξέλιξη αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά την ανακοίνωση των χωρών της G7 για σχέδιο αποδέσμευσης έως και 100 εκατ. βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα.
Η αξιοποίηση των αποθεμάτων ασφαλείας αποτελεί βασικό εργαλείο σε περιόδους σοβαρών διαταραχών της προσφοράς. Τα στρατηγικά αποθέματα μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινό ανάχωμα, περιορίζοντας τις ελλείψεις και αποτρέποντας μια απότομη άνοδο των τιμών. Ωστόσο, δεν αποτελούν μόνιμη λύση, καθώς η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης.
Παράλληλα, πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής εξετάζουν την κατασκευή νέων αγωγών και τη δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών εξαγωγής. Στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα, ιδιαίτερα από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
«Υπάρχει ξανά η αναγνώριση ότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνική ασφάλεια χωρίς ενεργειακή ασφάλεια», ανέφερε ο Σαουάν. Όπως πρόσθεσε, καμία βιομηχανική ή οικονομική στρατηγική δεν μπορεί να στηριχθεί χωρίς μια σταθερή και αξιόπιστη ενεργειακή βάση.
Οι κίνδυνοι αυξάνονται όσο παρατείνεται η σύγκρουση
Παρά την ανάκαμψη, ο διευθύνων σύμβουλος της Shell προειδοποίησε ότι οι αγορές δεν μπορούν να απορροφούν επ’ αόριστον τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν αυξηθεί, αλλά εξακολουθούν να υπολείπονται των φυσιολογικών επιπέδων.
Η κατάσταση έχει μέχρι στιγμής μετριαστεί από δύο παράγοντες: την υποχώρηση της κινεζικής ζήτησης και την αύξηση της παραγωγής σε άλλες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές. Η χαμηλότερη ζήτηση από την Κίνα περιορίζει την πίεση στην αγορά, ενώ η πρόσθετη παραγωγή από άλλες χώρες συμβάλλει στην κάλυψη μέρους των απωλειών.
Ωστόσο, τα περιθώρια αυτά δεν είναι απεριόριστα. Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί ή επεκταθεί, οι μεταφορές μπορεί να αντιμετωπίσουν νέες καθυστερήσεις, οι ασφαλιστικές δαπάνες να αυξηθούν και οι ναύλοι των δεξαμενόπλοιων να ενισχυθούν. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αγορά θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερες τιμές, μεγαλύτερη μεταβλητότητα και αυξημένο κίνδυνο για τον παγκόσμιο εφοδιασμό.
«Μπορεί να έχουμε μετριάσει τις χειρότερες επιπτώσεις της κρίσης, αλλά υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτό χωρίς να εμφανιστούν νέες διαταραχές», προειδοποίησε ο Σαουάν.
Η επιστροφή των ροών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή περίπου στο 80% των προπολεμικών επιπέδων αποτελεί θετική ένδειξη, αλλά δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει τελειώσει. Η ανθεκτικότητα της παραγωγής και των εξαγωγών προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, ενώ η διάρκεια του πολέμου, η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών και η δυνατότητα εξεύρεσης εναλλακτικών πηγών θα κρίνουν την πορεία της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς τους επόμενους μήνες.




