Η πτώση των μαθητικών επιδόσεων στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον ένα απλό προειδοποιητικό σημάδι. Σύμφωνα με την πρώτη ευρωπαϊκή ανάλυση των αποτελεσμάτων του PISA 2025, οι κακές μαθητικές επιδόσεις συνιστούν άμεση απειλή για την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την ανάλυση την Παγκόσμια Ημέρα των Εκπαιδευτικών, επισημαίνοντας ότι η υποχώρηση των βασικών δεξιοτήτων των 15χρονων συνεχίζεται και ότι η ΕΕ απομακρύνεται από τους στόχους που έχει θέσει για το 2030. Το European Education Policy Brief «EU PISA 2025, First results» καταγράφει ιδιαίτερα ανησυχητικές επιδόσεις: το 33,9% των μαθητών υστερεί στα μαθηματικά, το 31,3% στην ανάγνωση και το 25,9% στις φυσικές επιστήμες.
Κακές μαθητικές επιδόσεις και απόσταση από τους στόχους του 2030
Ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 προβλέπει ότι το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις θα πρέπει να είναι μικρότερο από 15% σε κάθε γνωστικό πεδίο. Παράλληλα, τουλάχιστον 12% των μαθητών θα πρέπει να κατατάσσονται στους αριστούχους.
Η πραγματικότητα απέχει σημαντικά από αυτήν την επιδίωξη. Μόνο η Εσθονία προσεγγίζει τον στόχο για τις χαμηλές επιδόσεις, και μόνο στις φυσικές επιστήμες, όπου το ποσοστό περιορίζεται στο 9,9%. Στους αριστούχους, μόνο η Εσθονία και οι Κάτω Χώρες ξεπερνούν το όριο του 12%, αλλά αποκλειστικά στα μαθηματικά.
Η πτώση είχε ξεκινήσει πριν από την πανδημία και στα τρία πεδία, όμως επιταχύνθηκε μετά το 2022, κυρίως στην ανάγνωση και τα μαθηματικά. Ενδεικτικό είναι ότι σχεδόν το ήμισυ της αύξησης των μαθητών με αδύναμες αναγνωστικές δεξιότητες την τελευταία δεκαετία καταγράφηκε μόλις μεταξύ 2022 και 2025.
Η σύγκριση με άλλες μεγάλες προηγμένες οικονομίες είναι επίσης δυσμενής. Σε σχέση με τον Καναδά, την Ιαπωνία, τη Σιγκαπούρη, τη Νότια Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ΕΕ εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στην ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες. Στα μαθηματικά καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό, μετά τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό των αριστούχων είναι το χαμηλότερο και στα τρία πεδία.
Η Ελλάδα στο κάτω μέρος της ευρωπαϊκής κατάταξης
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χειρότερες επιδόσεις. Μαζί με την Κύπρο, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, είναι ένα από τα κράτη μέλη όπου οι μαθητές με χαμηλές επιδόσεις ξεπερνούν το 40% και στα τρία γνωστικά αντικείμενα.
Στα μαθηματικά, ένας στους δύο Έλληνες 15χρονους δεν φτάνει το ελάχιστο επίπεδο επάρκειας. Στην ανάγνωση, η επιδείνωση από το 2022 είναι στατιστικά σημαντική, ενώ στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες οι μεταβολές δεν θεωρούνται στατιστικά σημαντικές.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις έξι χώρες όπου οι αδύναμοι αναγνώστες ξεπερνούν το 40%, μαζί με την Κύπρο, τη Βουλγαρία, τη Μάλτα, τη Ρουμανία και τη Λετονία. Στα μαθηματικά, ανήκει στις πέντε χώρες με ποσοστό άνω του 40%, μαζί με τη Βουλγαρία, την Κύπρο, τη Ρουμανία και τη Μάλτα.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική στην κορυφή της κατάταξης. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην ΕΕ στους αριστούχους τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και στα μαθηματικά. Στην ανάγνωση, το ποσοστό των αριστούχων κινείται περίπου στο 1%, μαζί με τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Κύπρο.
Κοινωνικές ανισότητες και έλλειμμα αριστείας
Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο παραμένει ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες που συνδέονται με τις μαθητικές επιδόσεις. Οι μαθητές από μειονεκτικό περιβάλλον έχουν περίπου τετραπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν χαμηλές επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες. Αντίθετα, οι μαθητές από ευνοημένο περιβάλλον έχουν περίπου οκταπλάσιες πιθανότητες να είναι αριστούχοι.
Σε 22 κράτη μέλη, οι μαθητές από ευνοημένα κοινωνικά στρώματα πληρούν ήδη τον στόχο του 2030 για τις χαμηλές επιδόσεις. Οι μαθητές από μειονεκτικό περιβάλλον, ωστόσο, δεν επιτυγχάνουν τον στόχο σε καμία χώρα.
Η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Φινλανδία, η Λιθουανία και η Πολωνία εμφανίζουν τα καλύτερα αποτελέσματα στη μείωση των χαμηλών επιδόσεων και συγκαταλέγονται στις χώρες με τα μικρότερα κοινωνικά χάσματα. Η γενική τάση είναι σαφής: όπου μειώνεται ο αριθμός των μαθητών που δυσκολεύονται, αυξάνεται και ο αριθμός των αριστούχων.
Στην Ελλάδα, το μικρότερο χάσμα μεταξύ ευνοημένων και μειονεκτούντων μαθητών στις φυσικές επιστήμες δεν αποτελεί θετική ένδειξη. Οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ακόμη και οι μαθητές από ευνοημένο περιβάλλον σπάνια φτάνουν στην κορυφή. Το ποσοστό των αριστούχων στην ομάδα αυτή είναι μόλις 3%, έναντι 14,2% κατά μέσο όρο στην ΕΕ και 24,6% στη Γερμανία.
Κινητά, τεχνητή νοημοσύνη και έλλειψη εκπαιδευτικών
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκρινίζει ότι τα δεδομένα του PISA δεν αποδεικνύουν αιτιώδεις σχέσεις. Ωστόσο, συνδέει την υποχώρηση των επιδόσεων με τέσσερις βασικούς παράγοντες.
Ο ψηφιακός περισπασμός είναι ένας από αυτούς. Το 30,5% των μαθητών στην ΕΕ δηλώνει ότι αποσπάται συχνά από ψηφιακά μέσα κατά τη διάρκεια του μαθήματος των φυσικών επιστημών. Οι μαθητές αυτοί καταγράφουν κατά μέσο όρο 13 μονάδες χαμηλότερη επίδοση, διαφορά που αντιστοιχεί περίπου στα δύο τρίτα μιας σχολικής χρονιάς.
Παράλληλα, το 31,2% των μαθητών χρησιμοποιεί συχνά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να συνοψίσει κείμενα που θα έπρεπε να έχει διαβάσει. Η επίδοσή τους στις φυσικές επιστήμες είναι κατά μέσο όρο 18 μονάδες χαμηλότερη. Η Ελλάδα, με περίπου έναν στους τέσσερις μαθητές να χρησιμοποιεί με αυτόν τον τρόπο την τεχνητή νοημοσύνη, βρίσκεται πάντως μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη σχετική χρήση.
Σημαντική είναι και η υποχώρηση της γονεϊκής εμπλοκής. Το ποσοστό των μαθητών που δηλώνουν ότι η οικογένειά τους ενδιαφέρεται συχνά για όσα μαθαίνουν στο σχολείο μειώθηκε από 66% το 2022 σε 57,5% το 2025. Στην Ελλάδα η μείωση ανέρχεται περίπου σε δέκα μονάδες. Οι μαθητές που δηλώνουν ότι έχουν ενεργό οικογενειακό ενδιαφέρον επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο 11 μονάδες υψηλότερη επίδοση.
Τέλος, η έλλειψη εκπαιδευτικών επιβαρύνει πολλά ευρωπαϊκά σχολεία. Το 40,2% των μαθητών στην ΕΕ φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές αναφέρουν ότι η διδασκαλία επηρεάζεται από την έλλειψη προσωπικού, έναντι 28,3% το 2018. Στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το 46%, σχεδόν διπλάσιο από εκείνο του 2018.
Τι δείχνουν οι χώρες με καλύτερες επιδόσεις
Η Επιτροπή ξεχωρίζει την Εσθονία, την Ιρλανδία, την Πολωνία, τη Σλοβακία και την Ιταλία ως παραδείγματα χωρών που διατηρούν υψηλές επιδόσεις ή αντέχουν περισσότερο στη γενική πτώση.
Η Εσθονία εφαρμόζει πρόγραμμα σπουδών βασισμένο στις δεξιότητες, προσφέρει μεγαλύτερη αυτονομία στα σχολεία και αποφεύγει τον πρόωρο διαχωρισμό των μαθητών. Η Ιρλανδία συνδυάζει υψηλές επιδόσεις με πολιτικές ισότητας, στοχευμένη στήριξη ευάλωτων ομάδων και προγράμματα ενίσχυσης της γονεϊκής συμμετοχής.
Η Πολωνία καθυστέρησε τον διαχωρισμό των μαθητών σε διαφορετικές κατευθύνσεις έως την ηλικία των 16 ετών και επέκτεινε σημαντικά την προσχολική αγωγή. Η Σλοβακία επένδυσε σε εκπαιδευτικούς και υποδομές, ενώ η Ιταλία εφαρμόζει συστηματική αξιολόγηση και στοχευμένη στήριξη στα σχολεία με χαμηλές επιδόσεις.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία συνταγή. Τα παραδείγματα, όμως, δείχνουν ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν όταν εφαρμόζονται με συνέπεια και σταθερότητα για πολλά χρόνια.
Η ευρωπαϊκή απάντηση
Η ανάλυση θα τροφοδοτήσει το Πακέτο για την Εκπαίδευση, το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να παρουσιάσει εντός του έτους. Οι βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν την ανάσχεση της πτώσης των βασικών δεξιοτήτων, την ενίσχυση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού και την ανάπτυξη γραμματισμού στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η Επιτροπή εξετάζει επίσης τη δημιουργία ισχυρής ευρωπαϊκής ψηφιακής εκπαιδευτικής υποδομής και καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν περισσότερο στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Παράλληλα, προωθείται η πρόταση για τον κανονισμό EU Kids Act, με κοινούς κανόνες ηλικίας και υποχρεώσεις ασφαλούς σχεδιασμού για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα διαδικτυακά παιχνίδια και τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Οι κακές μαθητικές επιδόσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσα στην τάξη. Χρειάζονται πολιτικές που θα περιορίζουν τον ψηφιακό περισπασμό, θα ενισχύουν τις οικογένειες, θα μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες και θα προσφέρουν στους εκπαιδευτικούς χρόνο, κατάρτιση και πόρους. Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, η βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων δεν είναι απλώς εκπαιδευτικός στόχος· είναι προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα και τη συνοχή του μέλλοντος.




