Δύο διαφορετικούς μηχανισμούς για το πάγωμα των τόκων, αλλά και συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την προστασία πριν από έναν πλειστηριασμό, προβλέπει το νέο νομοσχέδιο για τους οφειλέτες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, τους λεγόμενους servicers. Το πλαίσιο ενισχύει τα δικαιώματα των δανειοληπτών, χωρίς όμως να θεσπίζει οριζόντια αναστολή όλων των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή αυτόματη προστασία σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Οι νέες ρυθμίσεις αφορούν κυρίως την πρόσβαση στα στοιχεία της οφειλής, τον επανυπολογισμό καθυστερούμενων δανείων, την υποβολή πρότασης ρύθμισης πριν από τον πλειστηριασμό και την προστασία της κύριας κατοικίας. Η εφαρμογή τους, ωστόσο, συνοδεύεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και σημαντικές εξαιρέσεις.
Νομοσχέδιο για οφειλέτες: Οι δύο περιπτώσεις όπου παγώνουν οι τόκοι
Το νομοσχέδιο προβλέπει δύο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες αναστέλλεται η τοκοφορία. Η πρώτη συνδέεται με την υποχρέωση των servicers να παρέχουν στον δανειολήπτη πλήρη, σαφή και αναλυτική εικόνα της οφειλής του.
Μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος, η εταιρεία διαχείρισης έχει προθεσμία 45 ημερών για να παραδώσει, χωρίς χρέωση, όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι δανειακές συμβάσεις, το ιστορικό πληρωμών, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και αναλυτική κατάσταση της οφειλής. Η κατάσταση θα πρέπει να διαχωρίζει το αρχικό κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, τους τόκους υπερημερίας, τις προμήθειες και τα έξοδα.
Εάν παρέλθουν οι 45 ημέρες χωρίς απάντηση ή εάν τα στοιχεία που παρασχεθούν είναι ελλιπή, η απαίτηση παύει να παράγει συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας. Η τοκοφορία αρχίζει εκ νέου από την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία ο οφειλέτης θα λάβει πλήρη και ορθή ενημέρωση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά οφειλές που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών. Το διάστημα των 90 ημερών δεν αποτελεί τη διάρκεια του παγώματος των τόκων. Αποτελεί το χρονικό όριο καθυστέρησης για την ενεργοποίηση του νέου μηχανισμού επανυπολογισμού.
Τράπεζες, servicers, ειδικοί εκκαθαριστές και εταιρείες που έχουν αποκτήσει τιτλοποιημένες απαιτήσεις θα πρέπει να επανυπολογίζουν αυτομάτως τις συγκεκριμένες οφειλές, χωρίς να απαιτείται αίτηση από τον δανειολήπτη. Για τις υφιστάμενες απαιτήσεις, ο επανυπολογισμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε έξι μήνες.
Μετά την αναπροσαρμογή του ποσού της οφειλής, ο εκτοκισμός σταματά. Μπορεί να ξεκινήσει ξανά μόνο από την έκδοση διαταγής πληρωμής, την άσκηση αγωγής ή την επιδίκαση της απαίτησης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να περιοριστεί η ανεξέλεγκτη διόγκωση των χρεών κατά το διάστημα κατά το οποίο δεν έχει αποσαφηνιστεί το πραγματικό ύψος της οφειλής.
Τι ισχύει πριν από τον πλειστηριασμό
Το νομοσχέδιο υποχρεώνει τον πιστωτή να αποστέλλει στον οφειλέτη κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη διενέργεια πλειστηριασμού. Η πρόταση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη και να παρέχει πραγματική δυνατότητα εξυπηρέτησης της οφειλής.
Η υποχρέωση αυτή, όμως, εφαρμόζεται μόνο μία φορά: στον πρώτο πλειστηριασμό που επισπεύδεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου. Δεν καλύπτει επαναληπτικούς πλειστηριασμούς ούτε περιπτώσεις όπου έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία και υποβάλλεται δήλωση συνέχισής της.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι επίσης ο οφειλέτης να έχει εγγραφεί στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης του πιστωτή και να έχει ανταποκριθεί στο αίτημα παροχής οικονομικών και περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, η προστασία δεν ενεργοποιείται αυτόματα για όλους, αλλά προϋποθέτει συνεργασία και έγκαιρη ανταπόκριση από την πλευρά του δανειολήπτη.
Από τη συγκεκριμένη διαδικασία εξαιρούνται οι οφειλές νομικών προσώπων που χαρακτηρίζονται μεγάλες οντότητες. Η εξαίρεση περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν θα μπορούν να επικαλεστούν το ίδιο πλαίσιο προστασίας.
Η προστασία αφορά κυρίως την κύρια κατοικία
Από τη στιγμή που υποβάλλεται πλήρης αίτηση για διμερή ρύθμιση και μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία, ο πιστωτής δεν μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση στην κύρια κατοικία του οφειλέτη. Δεν μπορεί επίσης να λάβει ασφαλιστικά μέτρα πάνω σε αυτήν ούτε να μετατρέψει προσημείωση σε υποθήκη.
Η διατύπωση του νομοσχεδίου δεν προβλέπει γενικό πάγωμα της αναγκαστικής εκτέλεσης για το σύνολο της περιουσίας. Η προστασία είναι στοχευμένη και αφορά ειδικά την κύρια κατοικία, γεγονός που σημαίνει ότι άλλα περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να μην καλύπτονται από την αναστολή.
Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει μόνο μία αίτηση για τα ίδια δάνεια. Παράλληλα, η πρόταση του πιστωτή μπορεί να προβλέπει προκαταβολή έως και 15% του κεφαλαίου. Ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει μέσα σε τρεις μήνες από την κατάθεση πλήρους φακέλου.
Σε περίπτωση καθυστέρησης της απάντησης, αναστέλλονται η τοκοφορία και η κεφαλαιοποίηση των τόκων. Επιπλέον, δεν μπορούν να ξεκινήσουν νέα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε να συνεχιστούν οι εκκρεμείς διαδικασίες μέχρι να δοθεί απάντηση στον οφειλέτη.
Ενημέρωση του αρχείου οικονομικής συμπεριφοράς ανά 15 ημέρες
Ξεχωριστή διάταξη υποχρεώνει τους πιστωτές να ενημερώνουν το αρχείο οικονομικής συμπεριφοράς του χρηματοπιστωτικού συστήματος το αργότερο κάθε 15 ημέρες. Στο αρχείο θα πρέπει να καταχωρίζονται κάθε δάνειο ή πίστωση, κάθε πληρωμή, το ενήμερο και το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, οι ρυθμίσεις και η πλήρης εξόφληση.
Σε περίπτωση αλλαγής του διαχειριστή μιας απαίτησης, η ενημέρωση θα πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε 15 ημέρες. Η συχνότερη ενημέρωση έχει στόχο να αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματική εικόνα των υποχρεώσεων του οφειλέτη και να αποφεύγονται καθυστερήσεις ή λανθασμένες καταχωρίσεις.
Για τις ενεργές ρυθμίσεις διατηρείται η αυξημένη προστασία του συνεπούς οφειλέτη. Παράνομη καταγγελία της ρύθμισης, παράνομη κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού θα είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράλληλα, προβλέπεται πίστωση πέντε μηνιαίων δόσεων, ισόχρονη άτοκη παράταση της ρύθμισης και διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
Συνολικά, το νομοσχέδιο για τους οφειλέτες ενισχύει τη διαφάνεια και δημιουργεί πρόσθετες δικλίδες προστασίας, ιδίως όταν δεν παρέχονται έγκαιρα τα στοιχεία της οφειλής ή όταν ο πιστωτής καθυστερεί να απαντήσει σε αίτημα ρύθμισης. Δεν καταργεί, όμως, τους πλειστηριασμούς ούτε προσφέρει καθολική αναστολή όλων των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Η προστασία εξαρτάται από τις προϋποθέσεις του νόμου, την έγκαιρη κινητοποίηση του οφειλέτη και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία.




