Κριτική στα κόμματα της αντιπολίτευσης για τη στάση τους στη δεύτερη συζήτηση και ψηφοφορία επί της συνταγματικής αναθεώρησης άσκησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής, κατηγορώντας τα ότι δεν επιδιώκουν συγκλίσεις και παραπέμπουν κρίσιμες θεσμικές αλλαγές στις καλένδες.
Ο πρωθυπουργός στράφηκε ιδιαίτερα κατά του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του, Νίκου Ανδρουλάκη, υποστηρίζοντας ότι η τακτική του «όχι σε όλα» αντιβαίνει στο πνεύμα και στο γράμμα του Συντάγματος. Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι η δεύτερη συζήτηση και ψηφοφορία για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν καλεί τα κόμματα απλώς να επαναλάβουν τις αρχικές τους θέσεις, αλλά να αξιολογήσουν τον διάλογο που προηγήθηκε και να αναζητήσουν σημεία σύγκλισης.
«Αυτή η σημερινή δεύτερη συζήτηση και ψηφοφορία για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μας ζητά απλά να επαναλάβουμε τις αρχικές μας θέσεις. Καλεί όλα τα κόμματα να αναστοχαστούν τον διάλογο που μεσολάβησε επιδιώκοντας συγκλίσεις. Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι το πιο πιθανό ενδεχόμενο. Γιατί το ζητούμενο και αυτής της συνεδρίασης θα ήταν ποιες μεγάλες θεσμικές αλλαγές μπορεί να προωθήσει η επόμενη βουλή και με ποια πλειοψηφία», είπε αρχικά ο πρωθυπουργός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η χώρα να αποκτήσει ένα Σύνταγμα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής και σημείωσε ότι η πρώτη ψηφοφορία ανέδειξε, κατά την εκτίμησή του, την τακτική που ακολουθεί η αντιπολίτευση.
«Στόχος μας η χώρα να αποκτήσει Σύνταγμα που θα συμβαδίζει με την εποχή», υπογράμμισε, ενώ σημείωσε πως «η πρώτη ψηφοφορία αποκάλυψε την αδιέξοδη τακτική της αντιπολίτευσης». Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η επιλογή του «όχι» ή του «παρών» στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές. «Όποιος ψηφίσει “όχι” ή “παρών”, στην πράξη θα στερήσει απ’ τη χώρα την ευκαιρία να βαδίσει στο αύριο», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη στάση «μία επιλογή μηδενισμού των πάντων, όπως έδειξε και η πρόσφατη εμπειρία της ΔΕΘ».
Ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι είχε θέσει ήδη από τον Ιούλιο ως κεντρικό στόχο την απόκτηση ενός σύγχρονου Συντάγματος. Παράλληλα, συνεχάρη τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας που συμμετείχαν στη διαδικασία, καθώς και όλους τους βουλευτές που συμμετείχαν στην αρμόδια επιτροπή. Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε αντίφαση μεταξύ της στάσης που, όπως είπε, τήρησαν ορισμένοι βουλευτές στην επιτροπή και εκείνης που υιοθέτησαν στην Ολομέλεια. «Προτείναμε την αλλαγή 33 διατάξεων. Ποιο είναι το συμπέρασμα μετά την πρώτη ψηφοφορία; Την παντελώς αδιέξοδη τακτική συνολικά της αντιπολίτευσης. Καμία δεν συγκέντρωσε τις 180 ψήφους. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί ακόμα και δυνάμεις που στον πολιτικό τους λόγο αυτοπροσδιορίζονται ως τάχα υπεύθυνες, υποτάχθηκαν στο τυφλό όχι ή στο αμήχανο “ναι μεν αλλά”. Μιλώ για το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη που έφτασε στο σημείο να μην υπερψηφίζετε -κ. Ανδρουλάκη- τομές με τις οποίες συμφωνείτε μόνο και μόνο επειδή τις προτείνει η κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ακόμη ότι, ακόμη και αν η κυβέρνηση είχε υιοθετήσει προτάσεις που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα θα τις καταψήφιζε επειδή θα προέρχονταν από την κυβέρνηση. «Θα μπορούσαμε να είχαμε φέρει και πρόταση που εσείς φέρατε. Και πάλι θα φτάνατε στο σημείο να καταψηφίσετε δικές σας προτάσεις. Η λογική του “όχι σε όλα” στρέφεται ευθέως κατά του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος», συνέχισε ο πρωθυπουργός.
Η αναφορά στις εκλογές
Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης προβλέπει τη μεσολάβηση των εκλογών, ώστε οι πολίτες να λαμβάνουν υπόψη τις προτάσεις των κομμάτων για το Σύνταγμα. Στη συνέχεια απευθύνθηκε προσωπικά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, κατηγορώντας τον ότι με τη στάση του καταστρατηγεί το Σύνταγμα. Ο πρωθυπουργός συνέδεσε, επίσης, τη θέση του κ. Ανδρουλάκη με την εκτίμηση ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει και τις επόμενες εκλογές. «Κύριε Ανδρουλάκη καταστρατηγείτε το Σύνταγμα. Είναι ευθεία ομολογία ότι η ΝΔ θα κερδίσει και τις επόμενες εκλογές. Είναι όμως μια θέση η οποία είναι και αδιέξοδη και ανιστόρητη. Γιατί αν θυμηθούμε τη συνταγματική αναθεώρηση 1999-2000 θα διαπιστώσετε ότι τότε η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση φέρθηκε με μεγάλη υπευθυνότητα. Συζήτηση, διαβουλεύθηκε, συμφώνησε με αλλαγές στην πρώτη βουλή και στην αναθεωρητική βουλή. Αυτό που έκανε τότε η ΝΔ αναρωτιέμαι, εσείς γιατί δεν είσαστε σε θέση να το κάνετε σήμερα;», είπε.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη συνέχεια σε συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές για τις οποίες, όπως υποστήριξε, δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξει συμφωνία μεταξύ των δύο κομμάτων. Όπως είπε, είναι παράλογο να μην κατοχυρώνεται συνταγματικά η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, ενώ χαρακτήρισε εξίσου προβληματικό το γεγονός ότι τα δύο κόμματα δεν μπορούν να συμφωνήσουν στην επιστολική ψήφο. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σύνδεση της απόδοσης και της αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων με την αξιολόγηση. «Αυτά τα δύο κόμματα τα οποία στο παρελθόν συνεργάστηκαν για να αποκρούσουν το φάσμα της χρεοκοπίας, σήμερα να μην συμφωνείτε ότι αυτή η χώρα να μην είναι σε θέση να κατοχυρώσει αντίβαρα σε τέτοιους κινδύνους.
Κι όμως όλα αυτά τα καταψηφίζετε όπως και ένα ώριμο αίτημα που δεν είναι άλλο από την ουσιαστική αλλαγή του άρθρου 86, την κατάργηση της δυνατότητας να στήνονται κάθε λίγο κάλπες. Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία τύλιγαν με καχυποψία την πολιτική. Θα μπορούσαμε να τα λύσουμε τώρα ενώ εσείς επιλέγετε να τα παραπέμψετε στις καλένδες», συμπλήρωσε ο κ. Μητσοτάκης. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε, τέλος, ότι η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ευκαιρία για την προώθηση αλλαγών που, όπως ανέφερε, θα ενισχύσουν τη λειτουργία των θεσμών και θα δημιουργήσουν αντίβαρα απέναντι σε κινδύνους που έχει αντιμετωπίσει η χώρα στο παρελθόν.




