Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται από το 2022, το Κίεβο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα, τεράστια χρηματοδοτική ανάγκη. Η χώρα ζητά συνολικά 52,6 δισ. δολάρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και άλλους διεθνείς εταίρους, προκειμένου να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027.
Η οικονομική πίεση έχει ενταθεί εξαιτίας των αυξημένων πολεμικών δαπανών, αλλά και των σοβαρών ζημιών που έχουν προκαλέσει οι ρωσικές επιθέσεις σε βασικούς παραγωγικούς κλάδους της ουκρανικής οικονομίας. Ο προϋπολογισμός της χώρας εμφανίζεται ήδη ιδιαίτερα περιορισμένος, ενώ οι ανάγκες για άμυνα, ασφάλεια, κοινωνική προστασία και αποκατάσταση των υποδομών αυξάνονται διαρκώς.
Η Ουκρανία ζητά 52,6 δισ. δολάρια για την κάλυψη του ελλείμματος
Σύμφωνα με έγγραφο που έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο του υπουργείου Οικονομικών της Ουκρανίας, το Κίεβο σχεδιάζει να κινητοποιήσει πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις χώρες της G7, το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τη Βρετανία και άλλους διεθνείς εταίρους.
Το ποσό των 52,6 δισ. δολαρίων αφορά τις ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης της χώρας και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές απαιτήσεις από την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Η Ουκρανία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διεθνή βοήθεια, καθώς τα δημόσια έσοδα δεν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος του πολέμου και τις υπόλοιπες βασικές κρατικές υποχρεώσεις.
Η χρηματοδότηση αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, στην πληρωμή μισθών και συντάξεων, αλλά και στη συνέχιση της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, θα πρέπει να εξασφαλιστούν πόροι για την αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών που έχουν υποστεί ζημιές από τις ρωσικές επιθέσεις.
Ρεκόρ οι αμυντικές δαπάνες της Ουκρανίας
Ο βασικός τομέας δαπανών στον προϋπολογισμό της Ουκρανίας είναι η άμυνα και η ασφάλεια. Για το 2027 προβλέπονται δαπάνες ύψους 95,9 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 11,9% σε σχέση με το 2026.
Οι συγκεκριμένες δαπάνες αντιστοιχούν στο 43,8% του ΑΕΠ της χώρας. Πρόκειται για ποσοστό-ρεκόρ από την έναρξη του πολέμου, τον Φεβρουάριο του 2022, και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως. Η έκταση των αναγκών αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η ουκρανική οικονομία έχει μετατραπεί σε οικονομία πολέμου, με μεγάλο μέρος των διαθέσιμων πόρων να κατευθύνεται στην άμυνα.
Για λόγους σύγκρισης, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας αντιστοιχούσαν στο 5,5% του ΑΕΠ της χώρας στον προϋπολογισμό του 2026. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το σχετικό ποσοστό αναμένεται να μειωθεί το 2027, αν και αναλυτές επισημαίνουν ότι ορισμένες ρωσικές δαπάνες ενδέχεται να μην εμφανίζονται με πλήρη διαφάνεια στα επίσημα στοιχεία.
Προειδοποιήσεις για δύσκολα μέτρα
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ανακοίνωσε την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026 ότι σχεδιάζει να λάβει «δύσκολα και αντιδημοφιλή» μέτρα για την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Η δήλωση αυτή ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η ουκρανική κυβέρνηση ενδέχεται να προχωρήσει σε περιορισμό δαπανών, αύξηση εσόδων ή άλλες παρεμβάσεις που θα επιβαρύνουν την κοινωνία και τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών είναι περιορισμένα, καθώς η οικονομία βρίσκεται ήδη υπό μεγάλη πίεση και σημαντικό μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει τις συνέπειες του πολέμου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε τους τελευταίους μήνες, καθώς η Ουκρανία και η Ρωσία έχουν εμπλακεί σε κλιμακούμενη ανταλλαγή πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς. Οι αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες ανάγκασαν το Κίεβο να χρησιμοποιήσει κονδύλια που αρχικά προορίζονταν για το υπόλοιπο του 2026, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στον σχεδιασμό του επόμενου προϋπολογισμού.
Πλήγμα σε μεταλλουργία και αγροτικές εξαγωγές
Οι ρωσικές επιθέσεις έχουν επηρεάσει σοβαρά δύο από τους σημαντικότερους πυλώνες της ουκρανικής οικονομίας: τη μεταλλουργία και τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Η μεταλλουργική βιομηχανία, που αποτελεί παραδοσιακά σημαντική πηγή εσόδων και θέσεων εργασίας, έχει υποστεί ζημιές σε εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και δίκτυα μεταφορών. Παράλληλα, τα προβλήματα στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων περιορίζουν τα έσοδα από το εξωτερικό και δυσχεραίνουν την πρόσβαση της χώρας σε πολύτιμο συνάλλαγμα.
Η εξάρτηση από τη διεθνή οικονομική στήριξη είναι, επομένως, αποτέλεσμα όχι μόνο των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών, αλλά και της συρρίκνωσης της παραγωγικής βάσης. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η δυνατότητα της Ουκρανίας να χρηματοδοτεί μόνη της τις ανάγκες της μειώνεται.
Το καθημερινό κόστος του πολέμου
Σύμφωνα με τη Ροκσολάνα Πιντλάσα, πρόεδρο της επιτροπής προϋπολογισμού του ουκρανικού κοινοβουλίου, κάθε ημέρα πολέμου κοστίζει στη χώρα περίπου 190 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου 165 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό καταδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει το Κίεβο. Η Ουκρανία δεν είναι σε θέση να καλύψει μόνη της το συγκεκριμένο κόστος, γεγονός που καθιστά τη στήριξη της ΕΕ, του ΔΝΤ, της G7 και των υπόλοιπων διεθνών οργανισμών απολύτως κρίσιμη.
Η ανάγκη για 52,6 δισ. δολάρια δεν αφορά μόνο την κάλυψη ενός λογιστικού κενού στον προϋπολογισμό. Αντικατοπτρίζει το συνολικό βάρος ενός πολέμου που συνεχίζει να απορροφά τεράστιους οικονομικούς πόρους, να πλήττει την παραγωγή και να αυξάνει την εξάρτηση της Ουκρανίας από τους συμμάχους της.




