Οι τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να προκαλούν έντονο προβληματισμό στη βιομηχανία και στους μεγάλους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Παρότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) συμμετέχουν πλέον σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στην ηλεκτροπαραγωγή, η αύξηση της πράσινης παραγωγής δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη αποκλιμάκωση των λογαριασμών.
Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) υποστηρίζει ότι οι στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς, το υψηλό κόστος της αγοράς εξισορρόπησης, οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της αποθήκευσης και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι τελικές τιμές περιορίζουν τα οφέλη που θα μπορούσαν να αποκομίσουν η ελληνική βιομηχανία και οι υπόλοιποι μεγάλοι καταναλωτές.
Γιατί οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η ΕΒΙΚΕΝ, οι μεγάλοι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνθηκαν με περίπου 756 εκατ. ευρώ από δύο λογαριασμούς προσαυξήσεων της αγοράς εξισορρόπησης κατά το εννεάμηνο του 2026. Το ποσό αυτό, όπως επισημαίνει η Ένωση, καταδεικνύει ότι το κόστος ηλεκτρισμού δεν εξαρτάται μόνο από τη χονδρεμπορική τιμή ή το κόστος παραγωγής, αλλά και από μια σειρά πρόσθετων χρεώσεων που δεν είναι πάντα εύκολο να αποτυπωθούν με σαφήνεια.
Το βασικό ερώτημα είναι γιατί η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ δεν οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι το υφιστάμενο μοντέλο τιμολόγησης εξακολουθεί να συνδέει σε σημαντικό βαθμό την αμοιβή των φθηνότερων τεχνολογιών με το κόστος των ακριβότερων μονάδων, κυρίως εκείνων που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο.
Η Ένωση επικαλείται και την έκθεση Ντράγκι, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αποσυνδεθεί η αμοιβή των ανανεώσιμων πηγών και της πυρηνικής ενέργειας από την ηλεκτροπαραγωγή που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Για τον σκοπό αυτό προτείνονται εργαλεία όπως οι μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) και οι αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς (CfDs).
Κατά την ΕΒΙΚΕΝ, όταν οι ΑΠΕ και τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια αμείβονται απευθείας από την αγορά, μπορούν να προκύψουν υψηλά απροσδόκητα κέρδη, ιδιαίτερα σε περιόδους κατά τις οποίες η οριακή τιμή αυξάνεται λόγω του φυσικού αερίου. Ωστόσο, το χαμηλότερο κόστος παραγωγής των ΑΠΕ δεν μεταφέρεται στον ίδιο βαθμό στους καταναλωτές.
Η έλλειψη αποθήκευσης περιορίζει τις ΑΠΕ
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει η ΕΒΙΚΕΝ είναι η περιορισμένη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης. Η Ένωση εκτιμά ότι τουλάχιστον 3 TWh ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αξιοποιούνται, επειδή δεν υπάρχει επαρκής δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς της ενέργειας σε ώρες υψηλής ζήτησης.
Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο τις μεσημεριανές ώρες, όταν η ηλιακή παραγωγή είναι αυξημένη και η προσφορά μπορεί να ξεπερνά τη ζήτηση. Αντί να αποθηκεύεται, μέρος της παραγωγής περικόπτεται. Αργότερα, κατά τις απογευματινές ώρες αιχμής, το σύστημα χρειάζεται και πάλι μονάδες φυσικού αερίου για να καλύψει τη ζήτηση.
Η ΕΒΙΚΕΝ υποστηρίζει ότι, εάν αυτή η ενέργεια μπορούσε να αποθηκευτεί και να διοχετευθεί στο δίκτυο την κατάλληλη στιγμή, θα μειώνονταν τόσο οι εκπομπές όσο και η οριακή τιμή του συστήματος. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα εάν η απώλεια αυτής της παραγωγής δημιουργεί οικονομικό κόστος που μπορεί να φτάνει ή να ξεπερνά τα 600 εκατ. ευρώ. Η επιτάχυνση των επενδύσεων σε μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και άλλες τεχνολογίες αποθήκευσης θεωρείται, επομένως, κρίσιμη για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις
Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά επίσης σαφέστερη αποτύπωση όλων των επιμέρους χρεώσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται στην ευρωπαϊκή πρόταση «Future-Proofing Electricity Bills», η οποία προβλέπει μεγαλύτερη διαφάνεια στις συνιστώσες του κόστους, όπως οι απώλειες μεταφοράς, οι επικουρικές υπηρεσίες και η ανακατανομή παραγωγής, γνωστή ως redispatching.
Σύμφωνα με την Ένωση, στην ελληνική αγορά σημαντικό μέρος αυτών των δαπανών δεν ανακτάται μέσω των χρεώσεων χρήσης του συστήματος, αλλά ενσωματώνεται στους λογαριασμούς προσαυξήσεων της αγοράς εξισορρόπησης. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται η τελική επιβάρυνση, χωρίς οι καταναλωτές να έχουν πάντοτε πλήρη εικόνα για την προέλευση των χρεώσεων.
Ερωτήματα για την αγορά εξισορρόπησης
Προβληματισμός εκφράζεται και για τη λειτουργία της καθοδικής αγοράς εξισορρόπησης, ειδικά σε σχέση με το κατώτατο όριο των -100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η ΕΒΙΚΕΝ εξετάζει κατά πόσο υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μονάδες ΑΠΕ υποβάλλουν χαμηλότερες προσφορές, προκειμένου να επωφεληθούν από τη συγκεκριμένη τιμή.
Η Ένωση θέτει επίσης ερωτήματα σχετικά με την αποζημίωση των παραγωγών για καθοδική ενέργεια κατά τις μεσημεριανές ώρες και για την αντίστοιχη επιβάρυνση του Λογαριασμού Προσαυξήσεων 3 (ΛΠ3). Τα στοιχεία για τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο εμφανίζουν σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των τιμών της αγοράς επόμενης ημέρας και των χρεώσεων εξισορρόπησης, γεγονός που, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, απαιτεί περαιτέρω ανάλυση και έλεγχο.
Τα data centers και το κόστος για το σύστημα
Η ανάπτυξη των data centers στην Ελλάδα δημιουργεί νέες προοπτικές για την οικονομία, αλλά και σημαντικές ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια και υποδομές. Η ΕΒΙΚΕΝ τάσσεται υπέρ της εγκατάστασής τους, ζητά όμως να συνοδεύεται από σαφείς όρους, ώστε να μην επιβαρύνονται οι υφιστάμενοι καταναλωτές και ιδιαίτερα η βιομηχανία.
Η Ένωση προτείνει η ζήτηση των data centers να καλύπτεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα, με πραγματική χρονική αντιστοίχιση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Παράλληλα, η συμμόρφωση θα πρέπει να αποδεικνύεται μέσω φυσικής παράδοσης ηλεκτρικής ενέργειας και πλήρους ιχνηλασιμότητας, όχι μόνο μέσω χρηματοοικονομικών συμβάσεων.
Επιπλέον, τα data centers θα πρέπει να αναλαμβάνουν το πλήρες κόστος που προκαλούν στο ηλεκτρικό σύστημα και στα δίκτυα. Με αυτόν τον τρόπο, οι νέες μεγάλες καταναλώσεις δεν θα μετατρέπονται σε πρόσθετη επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η ανάγκη για αλλαγές στην αγορά
Η εικόνα που παρουσιάζει η ΕΒΙΚΕΝ δείχνει ότι η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνη της για να μειωθούν οι τιμές της ενέργειας. Απαιτούνται επενδύσεις στην αποθήκευση, διαφάνεια στις χρεώσεις, αποτελεσματικότερη λειτουργία της αγοράς εξισορρόπησης και μηχανισμοί που θα μεταφέρουν ουσιαστικά το χαμηλότερο κόστος των ΑΠΕ στους καταναλωτές.
Για τη βιομηχανία, η μείωση του ενεργειακού κόστους αποτελεί προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας και διατήρησης της παραγωγής. Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για το γιατί οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές δεν αφορά μόνο τους λογαριασμούς, αλλά και τη συνολική λειτουργία της αγοράς, τις επενδύσεις στις υποδομές και την ενεργειακή πολιτική της χώρας.



