Η αγορά καυσίμων βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική ανατροπή, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις δείχνουν ότι η τιμή της βενζίνης ενδέχεται να αυξηθεί περισσότερο από εκείνη του ντίζελ τους επόμενους μήνες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το ντίζελ ήταν το καύσιμο που αντιμετώπιζε τις μεγαλύτερες πιέσεις, κυρίως λόγω της υψηλής ζήτησης και των ανησυχιών για την επάρκεια της προσφοράς. Ωστόσο, οι ισορροπίες αλλάζουν σταδιακά, με τα διυλιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο να στρέφουν πλέον μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής τους δυναμικότητας προς το ντίζελ.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την παραγωγή βενζίνης και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέα άνοδο των τιμών της. Παράλληλα, η γεωπολιτική αστάθεια, τα χαμηλά αποθέματα και το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών ενισχύουν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.
Γιατί η τιμή της βενζίνης αλλάζει πορεία
Κατά τους προηγούμενους μήνες, η αγορά του ντίζελ ήταν εκείνη που εμφάνιζε τις εντονότερες πιέσεις. Η περιορισμένη προσφορά και η αυξημένη ζήτηση εκτόξευσαν τα περιθώρια κέρδους από την παραγωγή του, με αποτέλεσμα τα διυλιστήρια να του δώσουν προτεραιότητα έναντι της βενζίνης και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων.
Η στρατηγική αυτή ήταν οικονομικά λογική για τις επιχειρήσεις, καθώς το ντίζελ προσέφερε υψηλότερες αποδόσεις. Όμως, είχε ως συνέπεια να περιοριστούν οι διαθέσιμες ποσότητες βενζίνης. Όσο η παραγωγή της μειώνεται και τα αποθέματα υποχωρούν, τόσο αυξάνεται η ευαισθησία της αγοράς σε οποιαδήποτε νέα διαταραχή.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Goldman Sachs, οι τιμές του ντίζελ έχουν ήδη ενσωματώσει ένα ιδιαίτερα υψηλό premium, το οποίο αντανακλά τον φόβο για περαιτέρω προβλήματα στον εφοδιασμό. Η διαφορά μεταξύ των δύο καυσίμων σε επίπεδο βαρελιού ήταν περίπου 3 δολάρια πριν από έναν χρόνο, ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει τα 60 δολάρια. Η εξέλιξη αυτή δείχνει πόσο έντονα κινήθηκε η αγορά του ντίζελ, αλλά ταυτόχρονα αφήνει περιθώριο για μεγαλύτερες πιέσεις στη βενζίνη.
Η παραγωγή και τα αποθέματα προκαλούν ανησυχία
Τα διαθέσιμα στοιχεία για τη φετινή χρονιά ενισχύουν την ανησυχία. Η παγκόσμια παραγωγή βενζίνης στις οικονομίες του ΟΟΣΑ μειώθηκε σχεδόν κατά 2%, ενώ οι εξαγωγές της υποχώρησαν κατά 24% σε ετήσια βάση. Η μείωση αυτή ήταν μεγαλύτερη από τις αντίστοιχες απώλειες που καταγράφηκαν στο ντίζελ και στο αργό πετρέλαιο.
Κατά τους πρώτους μήνες της κρίσης, τα αποθέματα ήταν χαμηλά και για τα δύο καύσιμα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Τις τελευταίες εβδομάδες, ωστόσο, η εικόνα άρχισε να διαφοροποιείται. Τα αποθέματα ντίζελ παρουσίασαν κάποια βελτίωση, ενώ εκείνα της βενζίνης επιδεινώθηκαν. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά της βενζίνης «σφίγγει» ταχύτερα, την ώρα που η παραγωγική προτεραιότητα των διυλιστηρίων παραμένει στραμμένη στο ντίζελ.
Εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης ή σημαντική αύξηση της προσφοράς, η τιμή της βενζίνης μπορεί να δεχθεί ισχυρές ανοδικές πιέσεις.
Η διαφορά στη ζήτηση μεταξύ βενζίνης και ντίζελ
Ένας ακόμη παράγοντας που εξηγεί την πιθανή άνοδο της βενζίνης είναι η διαφορετική συμπεριφορά της ζήτησης. Το ντίζελ παρουσιάζει εντονότερη εποχικότητα και η αγορά του βρίσκεται σε περίοδο αυξημένης κατανάλωσης. Η ζήτηση για βενζίνη, από την άλλη πλευρά, είναι πιο σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και θεωρείται περισσότερο ανελαστική.
Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να περιορίσουν σημαντικά τη χρήση της, ακόμη και όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Η σταθερότητα της ζήτησης, σε συνδυασμό με τη μειωμένη παραγωγή, μπορεί να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον για την αγορά της βενζίνης.
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η προθεσμιακή τιμή της βενζίνης για τον Ιούνιο του 2027 έχει αυξηθεί μέχρι στιγμής κατά περίπου 37%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση για το ντίζελ φτάνει το 64%. Παρότι το ντίζελ έχει καταγράψει μεγαλύτερη άνοδο, αυτό δεν σημαίνει ότι η βενζίνη θα παραμείνει φθηνότερη. Αντίθετα, η μικρότερη μέχρι τώρα αύξησή της αφήνει περιθώριο για μεγαλύτερη ανατιμητική κίνηση στο μέλλον.
Ο κίνδυνος από τις αμερικανικές εξαγωγές
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να περιορίσουν ή ακόμη και να απαγορεύσουν τις εξαγωγές καυσίμων. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει συζητηθεί πολιτικά και δεν μπορεί να αποκλειστεί, ειδικά σε περιόδους έντονης εσωτερικής πίεσης και αυξημένου κόστους για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Ένας τέτοιος περιορισμός θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την Ευρώπη, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων. Η μειωμένη διαθεσιμότητα αμερικανικής βενζίνης θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία και πιθανότατα θα οδηγούσε σε υψηλότερες τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, η τιμή της βενζίνης στην Ευρώπη θα μπορούσε να αυξηθεί περισσότερο από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η τελική τιμή επηρεάζεται επίσης από τη φορολογία, τα μεταφορικά κόστη και τη συναλλαγματική ισοτιμία, οι επιπτώσεις θα ήταν ακόμη πιο αισθητές.
Ένα περιβάλλον με υψηλή αβεβαιότητα
Παρά τις εκτιμήσεις, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την πορεία της αγοράς. Η γεωπολιτική κατάσταση παραμένει ρευστή, ενώ μια νέα κρίση στον εφοδιασμό, μια αλλαγή στην πολιτική των μεγάλων παραγωγών ή μια απρόσμενη μεταβολή στη ζήτηση μπορεί να ανατρέψει γρήγορα τα σημερινά δεδομένα.
Η JPMorgan περιέγραψε την κατάσταση με χαρακτηριστικό τρόπο, σημειώνοντας ότι για πρώτη φορά από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν δεν υπάρχει ένα σαφές βασικό σενάριο για την εξέλιξη της κρίσης. Με άλλα λόγια, οι παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά είναι τόσο πολλοί και αλληλένδετοι, ώστε οι προβλέψεις γίνονται ιδιαίτερα δύσκολες.
Το βασικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ότι η τιμή της βενζίνης έχει πλέον μπροστά της μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου. Η μειωμένη παραγωγή, η υποχώρηση των εξαγωγών, τα χαμηλά αποθέματα και ο κίνδυνος περιορισμού των αμερικανικών φορτίων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Αν η γεωπολιτική κατάσταση δεν ομαλοποιηθεί σύντομα, η τιμή της βενζίνης ενδέχεται να αυξηθεί περισσότερο από του ντίζελ, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος μετακίνησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.




