Στην ακρίβεια, την αύξηση των μισθών και του εισοδήματος, αλλά και στην εμπιστοσύνη των Ελλήνων προς το ευρώ αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στη Βίκυ Φλέσσα και την εκπομπή της ΕΡΤ3 «Στον καθρέφτη της Ιστορίας».
Ο οικονομολόγος και ακαδημαϊκός εξήγησε ότι η ακρίβεια δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των τιμών, αλλά κυρίως από τη σχέση τους με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Όπως υπογράμμισε, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε συνεχείς αυξήσεις μισθών. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε οι υψηλότερες αμοιβές να στηρίζονται σε πραγματική ανάπτυξη και όχι σε πληθωριστικές πιέσεις.
Γιάννης Στουρνάρας: Οι Έλληνες εξακολουθούν να εμπιστεύονται το ευρώ
Απαντώντας σε ερώτηση για τις ανισότητες στο επίπεδο διαβίωσης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε στα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου. Όπως είπε, το 74% των Ελλήνων δηλώνει σήμερα ότι εμπιστεύεται το ευρώ.
Το ποσοστό αυτό, αν και βρίσκεται λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 82%, παραμένει υψηλό και, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αποτυπώνει τη σημαντική εμπιστοσύνη των πολιτών στο κοινό νόμισμα.
«Το 74% είναι μεγάλη εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα. Το ευρώ προκαλεί εμπιστοσύνη στον Έλληνα», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η συμμετοχή της χώρας στη ζώνη του ευρώ εξακολουθεί να θεωρείται παράγοντας σταθερότητας, παρά τις δυσκολίες και τις ανισότητες που παραμένουν στην Ευρώπη.
Η ακρίβεια δεν είναι μόνο θέμα πληθωρισμού
Ο Γιάννης Στουρνάρας διευκρίνισε ότι η σημερινή αίσθηση ακρίβειας δεν εξηγείται αποκλειστικά από τον τρέχοντα ρυθμό πληθωρισμού. Όπως σημείωσε, ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων εκτοξεύθηκαν, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ωστόσο, η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι οι τιμές επέστρεψαν στα επίπεδα του παρελθόντος. Οι τιμές ενέργειας και τροφίμων μπορεί να αυξάνονται πλέον με μικρότερο ρυθμό, αλλά παραμένουν υψηλές σε σχέση με τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
«Η ακρίβεια δεν είναι μόνο τιμές. Είναι τιμές σε σχέση με το εισόδημα», τόνισε. Το εισόδημα, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες: την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τον τρόπο με τον οποίο διανέμεται ο πλούτος.
Η προσέγγιση αυτή εξηγεί γιατί δύο χώρες με παρόμοιο επίπεδο τιμών μπορεί να βιώνουν διαφορετικά την ακρίβεια. Όταν τα εισοδήματα είναι χαμηλότερα και η αγοραστική δύναμη περιορισμένη, ακόμη και μια μικρή αύξηση στις τιμές βασικών προϊόντων μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά την καθημερινότητα των πολιτών.
Η αύξηση των μισθών πρέπει να συνοδεύεται από παραγωγικότητα
Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ξεκαθάρισε ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να παρέχουν συμβουλές και να συμβάλλουν στη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας, όμως δεν είναι εκείνες που καθορίζουν τον συνδυασμό τιμών και μισθών.
Η πολιτική για τα εισοδήματα αποτελεί, όπως είπε, υπόθεση εθνικής πολιτικής. Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να συνεισφέρουν με μελέτες, αναλύσεις και τεκμηριωμένες προτάσεις, αλλά οι αποφάσεις για τους μισθούς, τη φορολογία και τη διανομή του πλούτου λαμβάνονται σε διαφορετικό επίπεδο.
Ο Γιάννης Στουρνάρας υπενθύμισε ότι ο πληθωρισμός είχε φτάσει στο 10,7% έως και περίπου 11% μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Κατά την άποψή του, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατάφερε να οδηγήσει την οικονομία σε μια «ομαλή προσγείωση», περιορίζοντας τον πληθωρισμό χωρίς να προκαλέσει βαθιά ύφεση.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι δεν είναι δυνατόν να αυξάνονται απεριόριστα τα εισοδήματα χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της παραγωγικότητας. Όπως εξήγησε, η Ελλάδα είχε πληρώσει στο παρελθόν το τίμημα της ανισορροπίας ανάμεσα στις αυξήσεις των μισθών και την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
«Δεν μπορείς να αυξήσεις όσο θέλεις το εισόδημα», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η κρίση μετά το 2009-2010 δεν ήταν μόνο δημοσιονομική. Ήταν, επίσης, αποτέλεσμα μιας ευρύτερης ανισορροπίας μεταξύ μισθών και παραγωγικότητας.
Εάν οι μισθοί αυξάνονται χωρίς να αυξάνεται η παραγωγή ανά εργαζόμενο, οι επιχειρήσεις μπορεί να μετακυλίσουν το κόστος στις τιμές. Έτσι, οι ονομαστικές αυξήσεις αποδυναμώνονται από τον πληθωρισμό και η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών δεν βελτιώνεται ουσιαστικά. Για τον λόγο αυτό, η βιώσιμη αύξηση των εισοδημάτων απαιτεί επενδύσεις, εκσυγχρονισμό, καλύτερη εκπαίδευση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Η δύσκολη περίοδος του 2015 και τα capital controls
Ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος βρίσκεται στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος από τον Ιούνιο του 2014 και πρόσφατα ανανέωσε τη θητεία του έως το 2032, μίλησε και για τη δυσκολότερη περίοδο που έζησε κατά τη διάρκεια της θητείας του.
Όπως ανέφερε, η πιο αγχωτική κατάσταση ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν η χώρα κινδύνευσε να εξέλθει από τη ζώνη του ευρώ, εν μέσω της διαπραγμάτευσης της τότε κυβέρνησης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους εταίρους.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος περιέγραψε τις προσπάθειες που έγιναν για να επιτευχθεί συμφωνία στο Eurogroup. Όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, προέκυψε ο κίνδυνος κατάρρευσης της τραπεζικής λειτουργίας. Μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, οι πολίτες έσπευσαν μαζικά στις τράπεζες και στα ΑΤΜ, με αποτέλεσμα να αποσυρθούν σχεδόν όλα τα διαθέσιμα μετρητά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως εξήγησε, οι τράπεζες δεν μπορούσαν να ανοίξουν κανονικά τη Δευτέρα. Η Τράπεζα της Ελλάδος προσπάθησε να πείσει την κυβέρνηση ότι έπρεπε να κλείσουν με ελεγχόμενο και λελογισμένο τρόπο, ώστε να αποφευχθούν ακόμη σοβαρότερες συνέπειες. Έτσι οδηγήθηκε η χώρα στην επιβολή των capital controls.
Η αιφνιδιαστική απόφαση για το δημοψήφισμα
Ο Γιάννης Στουρνάρας αποκάλυψε επίσης ότι αιφνιδιάστηκε από την απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Την περίοδο εκείνη βρισκόταν στη Βασιλεία της Ελβετίας για Σύνοδο Διοικητών, όταν πληροφορήθηκε την προκήρυξη.
Όπως είπε, ο τότε πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, του ζήτησε να ενημερώσει τους υπόλοιπους κεντρικούς τραπεζίτες. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα, προκειμένου να συγκαλέσει σύσκεψη με τους συνεργάτες του και να προχωρήσει η συνεδρίαση του Συμβουλίου Συστημικής Σταθερότητας.
Ο ίδιος δεν πίστευε ότι η κατάσταση θα έφτανε μέχρι το δημοψήφισμα, καθώς, όπως ανέφερε, είχε προηγηθεί συζήτηση με τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη, ο οποίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι τελικά θα επιτυγχανόταν συμφωνία. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν έγινε και, όπως απάντησε χαρακτηριστικά στη σχετική ερώτηση της Βίκυς Φλέσσα, ο αιφνιδιασμός του ήταν δεδομένος.
Η τοποθέτηση του Γιάννη Στουρνάρα για την ακρίβεια καταλήγει σε ένα βασικό συμπέρασμα: η ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε αυξήσεις εισοδήματος. Χρειάζεται ανάπτυξη, δικαιότερη διανομή του πλούτου και, κυρίως, παραγωγικότητα που να δημιουργεί σταθερές και βιώσιμες προϋποθέσεις για υψηλότερους μισθούς.




