Οκτώ χρόνια μετά την ανάληψη της γαλλικής προεδρίας από τον Εμμανουέλ Μακρόν, η οικονομία της Γαλλίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις. Οι δημόσιες δαπάνες παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, τα έσοδα έχουν μειωθεί και το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 17 μονάδες του ΑΕΠ. Η εικόνα αυτή επηρεάζει όχι μόνο τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, αλλά και το συνολικό κόστος δανεισμού, την πιστοληπτική αξιοπιστία και τη συνοχή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Σύμφωνα με νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), το βασικό πρόβλημα της γαλλικής οικονομίας είναι το υπερβολικά μεγάλο μέγεθος του κράτους. Η Γαλλία καταλαμβάνει την 153η θέση μεταξύ 165 χωρών ως προς το μέγεθος του δημόσιου τομέα, ενώ βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα.
Η Γαλλία και το κόστος δανεισμού στην ευρωζώνη
Η δημοσιονομική πορεία της Γαλλίας αφορά άμεσα όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Η χώρα καταγράφει ελλείμματα και δανείζεται επί 52 συνεχόμενα χρόνια, από το 1974 έως σήμερα. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος της έχει ξεπεράσει το 115% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 5,1% του ΑΕΠ, αρκετά πάνω από το ευρωπαϊκό όριο του 3%.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Όσο ενισχύονται οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των γαλλικών δημόσιων οικονομικών, τόσο μπορεί να αυξάνεται το κόστος δανεισμού της χώρας. Επειδή η Γαλλία έχει μεγάλη οικονομική και πολιτική βαρύτητα, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα σύνορά της. Επηρεάζουν τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας και τη συνολική εμπιστοσύνη στο κοινό δημοσιονομικό πλαίσιο της ευρωζώνης.
Η εξέλιξη αυτή αφορά και την Ελλάδα, καθώς οι μεταβολές στο κόστος χρηματοδότησης των μεγαλύτερων οικονομιών της ευρωζώνης μπορούν να επηρεάσουν το επενδυτικό κλίμα και τις συνθήκες δανεισμού ολόκληρου του μπλοκ.
Το μέγεθος του γαλλικού κράτους
Το γαλλικό κράτος απορροφά το 57,2% του ΑΕΠ, ποσοστό κατά 7,4 μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο οποίος ανέρχεται στο 49,8%. Η Γαλλία έχει, επομένως, τον υψηλότερο λόγο δημόσιων δαπανών προς ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όταν ο Εμμανουέλ Μακρόν ανέλαβε την προεδρία το 2017, οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 57,7% του ΑΕΠ. Παρά τις εξαγγελίες για μεταρρυθμίσεις και περιορισμό του κρατικού αποτυπώματος, το μέγεθος του κράτους παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα.
Την ίδια περίοδο, τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκαν από το 54,3% του ΑΕΠ στο 52,1%. Η μείωση του φόρου εταιρειών από το 33% στο 25% και η αντικατάσταση του φόρου περιουσίας περιόρισαν τα φορολογικά έσοδα, χωρίς όμως να συνοδευτούν από αντίστοιχη μείωση των δαπανών. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε με νέο δανεισμό.
Οι Γάλλοι εξακολουθούν να καταβάλλουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο 43,5% του ΑΕΠ. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ, μετά τη Δανία. Παρά την υψηλή φορολογική επιβάρυνση, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των πολιτών, γεγονός που ενισχύει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Χρέος, έλλειμμα και περιορισμένη οικονομική ελευθερία
Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 98,8% του ΑΕΠ το 2017 σε 115,6% το 2025, δηλαδή κατά 16,8 μονάδες. Αντίθετα, το χρέος στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά μόλις 0,3 μονάδες την ίδια περίοδο.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι το γαλλικό έλλειμμα θα παραμείνει μεσοπρόθεσμα κοντά στο 6% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή δεν μπορεί να αναβληθεί επ’ αόριστον, χωρίς να αυξηθούν περαιτέρω οι πιέσεις στις αγορές και στους φορολογούμενους.
Στον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας του Fraser Institute, η Γαλλία κατατάσσεται στην 39η θέση μεταξύ 165 χωρών. Ως προς το μέγεθος του κράτους, βρίσκεται στην 153η θέση, χαμηλότερα από την 146η θέση που κατείχε το 2017. Οι τομείς που ελέγχονται κυρίως σε εθνικό επίπεδο —το μέγεθος του κράτους, το νομικό σύστημα και η ρύθμιση των αγορών— έχουν υποχωρήσει. Οι βελτιώσεις εντοπίζονται κυρίως στο υγιές νόμισμα και στο διεθνές εμπόριο, τομείς στους οποίους η πολιτική ασκείται σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παρά τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή, η Γαλλία διαθέτει το λιγότερο ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα στον ΟΟΣΑ. Στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026 κατατάσσεται στην 38η και τελευταία θέση. Ο συνολικός ανώτατος συντελεστής φορολογίας των εταιρειών φτάνει το 36,1%, το υψηλότερο επίπεδο στον ΟΟΣΑ, εξαιτίας πρόσθετων φόρων και επιβαρύνσεων επί της παραγωγής.
Κοινωνικές δαπάνες και εκπαίδευση
Το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς μεταξύ Γαλλίας και ευρωζώνης προέρχεται από τις κοινωνικές δαπάνες. Η Γαλλία δαπανά το 32,2% του ΑΕΠ για κοινωνική προστασία, έναντι 27,2% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη. Στις συντάξεις, η διαφορά φτάνει τις 2,2 μονάδες του ΑΕΠ και συνδέεται κυρίως με τη χαμηλότερη πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης.
Στην εκπαίδευση, όπου εκδηλώθηκαν σημαντικές διαμαρτυρίες, το κράτος δαπανά το 5,1% του ΑΕΠ, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανέρχεται στο 4,7%. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ύψος της χρηματοδότησης, αλλά και τον τρόπο κατανομής της. Περίπου το 32% των πιστώσεων του υπουργείου Εθνικής Παιδείας απορροφάται από συνταξιοδοτικές εισφορές, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των υπουργείων, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των πόρων να μην καταλήγει στις σχολικές αίθουσες.
Η οικονομική δυσφορία ενισχύει τον λαϊκισμό
Η απόσταση ανάμεσα στην υψηλή φορολογία και στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών τροφοδοτεί την πολιτική αμφισβήτηση. Η Γαλλία καταγράφει 43% στον Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού 2026, ενώ πολιτικές δυνάμεις όπως αυτές της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν-Λικ Μελανσόν προτείνουν ως λύση την περαιτέρω επέκταση του κράτους.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: περισσότερες υποσχέσεις οδηγούν σε υψηλότερες δαπάνες, οι οποίες χρηματοδοτούνται με νέο δανεισμό και τελικά αυξάνουν τη φορολογική και δημοσιονομική πίεση. Η κοινωνική δυσαρέσκεια εντείνεται, ενώ οι μεταρρυθμίσεις μετατίθενται για το μέλλον.
Η γαλλική περίπτωση δείχνει ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί μια πολιτική φιλελεύθερη. Χωρίς παράλληλη μείωση των μη αποτελεσματικών δαπανών, οι ελαφρύνσεις οδηγούν σε δημοσιονομική επέκταση και μεταφέρουν το κόστος στις επόμενες γενιές.
Η Γαλλία, ως Νο2 οικονομία της ευρωζώνης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη επιλογή. Είτε θα προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό των δαπανών, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και τη βελτίωση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας, είτε θα συνεχίσει να καλύπτει τα διαρθρωτικά της προβλήματα με νέο χρέος. Η πορεία που θα επιλέξει δεν θα επηρεάσει μόνο τη γαλλική οικονομία, αλλά και το κόστος δανεισμού, την πιστοληπτική αξιοπιστία και τη σταθερότητα ολόκληρης της ευρωζώνης.




