Σχεδόν 58,6 δισ. ευρώ απέφεραν στη Ρωσία οι εξαγωγές ορυκτών καυσίμων το τρίμηνο Ιουλίου–Σεπτεμβρίου 2026. Οι υψηλές διεθνείς τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να στηρίζουν την αξία των ρωσικών εξαγωγών, παρά τις δυτικές κυρώσεις, τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και τις διαταραχές στην παραγωγή και τη μεταφορά καυσίμων.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ρωσία συνεχίζει να αντλεί σημαντικά ποσά από τις πωλήσεις πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα στις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, η αξία των εξαγωγών δεν ταυτίζεται με τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων ούτε με τα έσοδα που καταλήγουν απευθείας στον κρατικό προϋπολογισμό. Παράλληλα, τα φορολογικά έσοδα από τον ενεργειακό τομέα έχουν μειωθεί σε ετήσια βάση.
Έσοδα από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων
Σύμφωνα με τις μηνιαίες αναλύσεις του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), οι ρωσικές εισπράξεις από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο σε 683 εκατ. ευρώ ημερησίως τον Ιούλιο. Με βάση τον ημερήσιο μέσο όρο, τα έσοδα για το σύνολο του μήνα ανήλθαν περίπου στα 21,17 δισ. ευρώ.
Τον Αύγουστο, οι ημερήσιες εισπράξεις υποχώρησαν κατά 8% σε σχέση με τον Ιούλιο, στα 604 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι εξαγόμενες ποσότητες μειώθηκαν κατά 7%. Το συνολικό ποσό των εσόδων για τον μήνα υπολογίζεται περίπου στα 18,72 δισ. ευρώ.
Τον Σεπτέμβριο, οι εξαγωγικές εισπράξεις παρέμειναν σχετικά σταθερές, στα 625 εκατ. ευρώ ημερησίως, παρά τη νέα μείωση των εξαγόμενων ποσοτήτων κατά 6%. Τα συνολικά έσοδα του μήνα διαμορφώθηκαν περίπου στα 18,75 δισ. ευρώ.
Έτσι, το σύνολο των εσόδων από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων για το τρίμηνο Ιουλίου–Σεπτεμβρίου έφτασε περίπου τα 58,64 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση βασίζεται στους δημοσιευμένους μέσους ημερήσιους αριθμούς του CREA και αφορά την αξία των εξαγωγών αργού πετρελαίου, προϊόντων διύλισης, φυσικού αερίου και άνθρακα.
Οι επιπτώσεις των ουκρανικών επιθέσεων
Η μεγαλύτερη πίεση στις ρωσικές εξαγωγές καταγράφηκε τον Αύγουστο. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις επηρέασαν τις αποστολές αργού πετρελαίου και προϊόντων διύλισης, προκαλώντας σημαντικές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι εισπράξεις από τις θαλάσσιες εξαγωγές προϊόντων διύλισης μειώθηκαν κατά 32% σε σχέση με τον Ιούλιο και περιορίστηκαν στα 78 εκατ. ευρώ ημερησίως. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Την ίδια περίοδο, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου απέφεραν 350 εκατ. ευρώ ημερησίως, σημειώνοντας πτώση 9% σε μηνιαία βάση. Οι εξαγόμενες ποσότητες μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, κατά 11%.
Καθοριστικό ρόλο στις διαταραχές διαδραμάτισαν οι επιθέσεις στον τερματικό σταθμό Σέσχαρις του Νοβοροσίσκ. Οι φορτώσεις αργού πετρελαίου από την εγκατάσταση μειώθηκαν κατά 58% σε σχέση με τον Ιούλιο, ενώ οι εργασίες φόρτωσης διακόπηκαν για εννέα συνεχόμενες ημέρες.
Οι επιθέσεις και τα προβλήματα στη διύλιση επηρέασαν και την εγχώρια αγορά καυσίμων της Ρωσίας. Τον Αύγουστο, οι εισαγωγές καυσίμων αυξήθηκαν στους 172.000 τόνους, επίπεδο-ρεκόρ και περισσότερο από επταπλάσιο σε σχέση με το προηγούμενο μηνιαίο υψηλό, σύμφωνα με την ανάλυση του CREA.
Ανάκαμψη σε φυσικό αέριο και προϊόντα διύλισης
Τον Σεπτέμβριο, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές αργού πετρελαίου υποχώρησαν περαιτέρω κατά 8%, στα 339 εκατ. ευρώ ημερησίως. Οι εξαγόμενες ποσότητες μειώθηκαν κατά 11% σε μηνιαία βάση.
Αντίθετα, τα έσοδα από τις θαλάσσιες εξαγωγές προϊόντων διύλισης αυξήθηκαν κατά 6%, φτάνοντας τα 83 εκατ. ευρώ ημερησίως. Παρά τη βελτίωση, το επίπεδο αυτό παρέμεινε το δεύτερο χαμηλότερο από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα για το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Οι εισπράξεις από τα φορτία LNG που εκφορτώθηκαν τον Σεπτέμβριο αυξήθηκαν κατά 68% σε σχέση με τον Αύγουστο, φτάνοντας τα 75 εκατ. ευρώ ημερησίως. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023.
Αύξηση 8% σημείωσαν και οι εισπράξεις από τις εξαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών, οι οποίες ανήλθαν στα 71 εκατ. ευρώ ημερησίως. Η άνοδος καταγράφηκε παρά τη μικρή υποχώρηση των εξαγόμενων ποσοτήτων, γεγονός που υποδηλώνει την επίδραση των υψηλότερων τιμών στην τελική αξία των αποστολών.
Μειωμένα τα φορολογικά έσοδα της Ρωσίας
Όπως μετέδωσε το Reuters, η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ενίσχυσε την αξία των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει πλήρως τη χαμηλότερη παραγωγή και τις υπόλοιπες πιέσεις στον κλάδο.
Στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι τα φορολογικά έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 17% το εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2026. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκαν στα 5,47 τρισ. ρούβλια, περίπου 58,72 δισ. ευρώ, έναντι 6,61 τρισ. ρουβλίων ή 70,95 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Για τον Οκτώβριο, τα έσοδα του ρωσικού προϋπολογισμού από τη φορολογία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 10% σε ετήσια βάση, φτάνοντας περίπου το 1 τρισ. ρούβλια ή 10,73 δισ. ευρώ. Η άνοδος σε σχέση με τον Σεπτέμβριο οφείλεται κυρίως στις τριμηνιαίες καταβολές πρόσθετου φόρου επί των κερδών από την παραγωγή πετρελαίου.
Ακόμη και χωρίς τον συγκεκριμένο φόρο, οι εισπράξεις του Οκτωβρίου αναμένεται να είναι αυξημένες κατά 36% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα παραμένει επιβαρυμένη από τη μείωση της παραγωγής, η οποία εκτιμάται ότι υποχώρησε κατά 5% το τρίτο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Για το δεκάμηνο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου, τα συνολικά φορολογικά έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 6,45 τρισ. ρούβλια ή περίπου 69,22 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 14% σε ετήσια βάση.
Τα έσοδα από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων εξακολουθούν, επομένως, να αποτελούν κρίσιμο πυλώνα για τη ρωσική οικονομία. Παρότι η Ρωσία εισέπραξε περίπου 58,6 δισ. ευρώ από τις εξαγωγές καυσίμων μέσα σε τρεις μήνες, οι μειωμένες ποσότητες, οι επιθέσεις στις υποδομές και η πτώση των φορολογικών εσόδων δείχνουν ότι η ενεργειακή της ισχύς δέχεται αυξανόμενες πιέσεις. Σύμφωνα με το Reuters, οι σχετικοί φόροι αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο των συνολικών εσόδων του ρωσικού προϋπολογισμού, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία του ενεργειακού τομέα για τα δημόσια οικονομικά και τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.




