Σε προκαταρκτική συμφωνία για τη μείωση κατά περισσότερο από 50% των κινεζικών εξαγωγών υβριδικών και επαναφορτιζόμενων υβριδικών αυτοκινήτων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξαν οι Βρυξέλλες και το Πεκίνο, έπειτα από διήμερες διαπραγματεύσεις στην Κίνα, με στόχο τον περιορισμό των εμπορικών ανισορροπιών και της πίεσης που δέχεται η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία από την αύξηση των εισαγωγών οχημάτων χαμηλότερου κόστους.
Η συνεννόηση αφορά τόσο τα συμβατικά υβριδικά όσο και τα plug-in υβριδικά αυτοκίνητα και, εφόσον εφαρμοστεί, θα μπορούσε να περιορίσει τις κινεζικές εξαγωγές κατά αρκετά εκατομμύρια οχήματα μέσα στην επόμενη τετραετία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχουν αποσαφηνιστεί οι λεπτομέρειες του μηχανισμού εφαρμογής ούτε έχουν ανακοινωθεί συγκεκριμένες δεσμευτικές ποσοστώσεις. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς ανακοίνωσε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 ότι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε κοινή συνεννόηση για τον περιορισμό των εξαγωγών κινεζικών υβριδικών και plug-in υβριδικών οχημάτων προς την ευρωπαϊκή αγορά. Οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν στο Πεκίνο με τη συμμετοχή Κινέζων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο. Ο κ. Σέφτσοβιτς ανέφερε ότι η συνεννόηση δημιουργεί την προοπτική μείωσης των κινεζικών εξαγωγών κατά περισσότερο από το ήμισυ. Δεν παρουσίασε, ωστόσο, συγκεκριμένο σχέδιο εφαρμογής ή αριθμητικά όρια για τις εισαγωγές. Η εξέλιξη καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται στο επίκεντρο της εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας. Οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν αυξήσει σημαντικά την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για εταιρείες όπως η Volkswagen και η Renault.
Θετική αντίδραση στις μετοχές του κλάδου
Η ανακοίνωση προκάλεσε θετική αντίδραση στις ευρωπαϊκές μετοχές του κλάδου αυτοκινήτου. Ο δείκτης Stoxx 600 Automobiles & Parts ενισχύθηκε περίπου 2% κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ενώ άνοδο κατέγραφαν, μεταξύ άλλων, οι μετοχές της Renault και της D’Ieteren. Η αντίδραση της αγοράς συνδέθηκε με την προοπτική περιορισμού της παρουσίας κινεζικών οχημάτων στην ευρωπαϊκή αγορά. Η προκαταρκτική συνεννόηση, πάντως, δεν σημαίνει ότι έχει ήδη εφαρμοστεί κάποιο εμπορικό μέτρο ή ότι έχουν τεθεί σε ισχύ ποσοστώσεις και πρόσθετοι δασμοί.
Άνοδος 86% στις εισαγωγές plug-in υβριδικών
Η πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά αποτυπώνεται στην αύξηση των εισαγωγών επαναφορτιζόμενων υβριδικών αυτοκινήτων. Οι εισαγωγές plug-in υβριδικών ενισχύθηκαν κατά 86% σε ετήσια βάση έως τον Σεπτέμβριο, ενώ οι τιμές των συγκεκριμένων οχημάτων υποχώρησαν κατά 20%. Περισσότερα από τα μισά εισαγόμενα plug-in υβριδικά οχήματα προέρχονται πλέον από την Κίνα. Το 2025, το κινεζικό μερίδιο στις εισαγωγές της συγκεκριμένης κατηγορίας αντιστοιχούσε στο 30% σε όρους αξίας. Η ταχεία επέκταση των κινεζικών κατασκευαστών έχει εντείνει τις ανησυχίες στις Βρυξέλλες για τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή παραγωγή και την απασχόληση. Οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα υψηλό κόστος και αυξημένο ανταγωνισμό, ενώ η είσοδος οχημάτων χαμηλότερης τιμής από την Κίνα έχει ενισχύσει την πίεση στην αγορά. Η συνεννόηση στο Πεκίνο ήρθε έπειτα από μήνες διαπραγματεύσεων για τον περιορισμό των κινεζικών εισαγωγών. Οι Financial Times είχαν μεταδώσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδίωκε να μειώσει το μερίδιο των κινεζικών υβριδικών οχημάτων στην αγορά της ΕΕ περίπου στο 15%. Οι Βρυξέλλες εξέταζαν επίσης μέτρα προστασίας, μεταξύ των οποίων την επιβολή ποσοστώσεων και πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές που θα υπερέβαιναν συγκεκριμένα όρια. Τα μέτρα αυτά δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή, καθώς η προκαταρκτική συνεννόηση με το Πεκίνο δεν αποτελεί οριστική ρύθμιση των εμπορικών διαφορών.
Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκεται το διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της Κίνας. Το έλλειμμα ανήλθε περίπου στα 360 δισ. ευρώ το 2025, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 1 δισ. ευρώ ημερησίως. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την πίεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει μέτρα για την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης και την εξισορρόπηση της εμπορικής σχέσης με την Κίνα. Στοιχεία του ΟΗΕ που επικαλείται το Reuters δείχνουν ότι οι κινεζικές εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν τα 560 δισ. δολάρια το 2025, από 517 δισ. δολάρια το 2024. Οι εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων στην Κίνα διαμορφώθηκαν στα 268,3 δισ. δολάρια, έναντι 269,4 δισ. δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα. Η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών ήταν ιδιαίτερα αισθητή σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι αποστολές προς τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία ενισχύθηκαν περίπου κατά 10%, ενώ προς την Ουγγαρία σημειώθηκε αύξηση 43%. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε προειδοποιήσει τον Σεπτέμβριο ότι το εμπορικό έλλειμμα έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο. Είχε τονίσει επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα εργαλεία για την εξισορρόπηση της εμπορικής σχέσης με το Πεκίνο. Από την κινεζική πλευρά, ο υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο υποστήριξε ότι η Κίνα δεν αποτελεί την αιτία των οικονομικών προβλημάτων της Ευρώπης, αλλά μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπισή τους.
Πρόσβαση ευρωπαϊκών προϊόντων στην κινεζική αγορά
Οι συνομιλίες στο Πεκίνο δεν περιορίστηκαν στα υβριδικά αυτοκίνητα. Οι δύο πλευρές κατέληξαν επίσης σε συνεννοήσεις για τη βελτίωση της πρόσβασης ευρωπαϊκών προϊόντων στην κινεζική αγορά και για τη διευκόλυνση των εξαγωγών κρίσιμων πρώτων υλών από την Κίνα προς την Ευρώπη. Οι σχετικές ρυθμίσεις αφορούν ευρωπαϊκά προϊόντα συνολικής αξίας σχεδόν 4 δισ. ευρώ. Σε αυτά περιλαμβάνονται ανταλλακτικά αυτοκινήτων, ελαιόλαδο και υποδήματα. Παράλληλα, το Πεκίνο δεσμεύτηκε να συνεχίσει τη διευκόλυνση της έκδοσης αδειών εξαγωγής για σπάνιες γαίες και μόνιμους μαγνήτες, μέσω ειδικού μηχανισμού ταχύτερης διεκπεραίωσης. Οι συγκεκριμένες πρώτες ύλες έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία και άλλους βιομηχανικούς κλάδους, καθώς χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικούς κινητήρες και σε τεχνολογίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η πρόσβαση σε αυτές αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα στις εμπορικές συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι διαφωνίες για τα ηλεκτρικά οχήματα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα συμφώνησαν ακόμη να συνεχίσουν τις συζητήσεις για τις δεσμεύσεις τιμών και τις διαδικασίες επανεξέτασης που συνδέονται με την ευρωπαϊκή έρευνα κατά των επιδοτήσεων στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η αντιπαράθεση για τα ηλεκτρικά οχήματα ξεκίνησε το 2024 και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε άλλους τομείς. Στο πλαίσιο των εμπορικών διαφορών έχουν βρεθεί επίσης το μπράντι, το χοιρινό κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και οι κρίσιμες πρώτες ύλες. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κινεζικές επιδοτήσεις στα ηλεκτρικά οχήματα αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες της έντασης στις σχέσεις Βρυξελλών και Πεκίνου. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν για τους δασμούς, τις κρατικές ενισχύσεις και την πρόσβαση των προϊόντων τους στις αντίστοιχες αγορές.
Ανοιχτά ζητήματα και επόμενα βήματα
Παρά την πρόοδο που ανακοινώθηκε στο Πεκίνο, η συμφωνία αποτελεί πρώτο βήμα για την αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και όχι οριστική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας. Παραμένει ασαφές πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη ο περιορισμός των εξαγωγών υβριδικών αυτοκινήτων και ποια ακριβώς όρια θα ισχύσουν για τις κινεζικές εταιρείες. Δεν έχει διευκρινιστεί επίσης αν ο περιορισμός θα λάβει τη μορφή ποσοστώσεων, συμφωνίας για τις τιμές, διοικητικών περιορισμών ή άλλου μηχανισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή από την αύξηση των φθηνότερων κινεζικών εισαγωγών, χωρίς να προκαλέσει ευρύτερη εμπορική σύγκρουση που θα μπορούσε να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές και την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να πραγματοποιήσουν νέα επικοινωνία σε υπουργικό επίπεδο τον Ιανουάριο, καθώς και τρίτη τακτική συνάντηση του μηχανισμού διαβουλεύσεων τον Μάρτιο του 2027. Η πιθανή μείωση των κινεζικών εξαγωγών υβριδικών και plug-in υβριδικών οχημάτων μπορεί να περιορίσει την ανταγωνιστική πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά. Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τους όρους εφαρμογής της συνεννόησης και από την πορεία των διαπραγματεύσεων για τις υπόλοιπες εμπορικές διαφορές μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου.




