Η ελληνική και η διεθνής αγορά ελαιολάδου εισέρχονται σταδιακά στη νέα ελαιοκομική περίοδο, με τις πρώτες ενδείξεις να δημιουργούν συγκρατημένη αισιοδοξία. Μετά από δύο συνεχόμενες χρονιές μειωμένης παραγωγής, οι οποίες εκτόξευσαν τις τιμές και περιόρισαν τη διαθεσιμότητα, η νέα σοδειά αναμένεται να επαναφέρει την ισορροπία στην αγορά. Οι μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στη σταθεροποίηση και, σε αρκετές περιπτώσεις, στην περαιτέρω αποκλιμάκωση των τιμών για τους καταναλωτές.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι απολύτως ανέφελη. Οι παραγωγοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος καλλιέργειας και συγκομιδής, ενώ η έλλειψη εργατικών χεριών εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του κλάδου. Παράλληλα, το ζήτημα των χύμα εξαγωγών παραμένει άλυτο, περιορίζοντας την προστιθέμενη αξία που μπορεί να αποκομίσει η ελληνική οικονομία από ένα προϊόν με ισχυρή διεθνή φήμη.
Ελαιόλαδο: Επαρκής παραγωγή στη Μεσόγειο και χαμηλότερες τιμές παραγωγού
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των ειδικών, η συνολική παραγωγή ελαιολάδου στη λεκάνη της Μεσογείου αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 3 και 3,2 εκατομμυρίων τόνων. Πρόκειται για επίπεδα που κρίνονται επαρκή ώστε να καλυφθεί η ζήτηση και να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές, ιδιαίτερα μετά τις σημαντικές ελλείψεις των προηγούμενων ετών.
Η πλήρης εικόνα της φετινής σοδειάς αναμένεται να διαμορφωθεί μέσα στον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο. Η συγκομιδή ξεκινά παραδοσιακά στα τέλη Οκτωβρίου, αν και σε ορισμένες περιοχές μπορεί να αρχίσει νωρίτερα ή αργότερα, ανάλογα με την ποικιλία, το στάδιο ωρίμανσης του καρπού και τις καιρικές συνθήκες. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει έως τον Ιανουάριο ή ακόμη και τον Φεβρουάριο.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού, το βασικό σενάριο για το ελληνικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο τοποθετεί την αρχική τιμή μεταξύ 3,80 και 4,20 ευρώ το κιλό, με τον μέσο όρο να διαμορφώνεται κοντά στα 4 ευρώ. Παράγοντες της αγοράς δεν αποκλείουν, πάντως, ένα ευρύτερο εύρος από 3,60 έως 4,40 ευρώ το κιλό. Η τελική τιμή θα εξαρτηθεί από την περιοχή παραγωγής, την ποιότητα του προϊόντος, την οξύτητα, τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και τη διαθέσιμη ποσότητα.
Σε επίπεδο λίτρου, η τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός υπολογίζεται περίπου από 3,50 έως 3,85 ευρώ. Στη συνέχεια, στο τελικό κόστος προστίθενται τα έξοδα ελαιοποίησης, τυποποίησης, συσκευασίας και μεταφοράς, καθώς και τα εμπορικά περιθώρια και ο ΦΠΑ.
Τι σημαίνει η νέα σοδειά για τις τιμές στο ράφι
Η αποκλιμάκωση των τιμών παραγωγού έχει ήδη αρχίσει να περνά στην τελική κατανάλωση. Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου, Μανώλης Γιαννούλης, η αγορά εμφανίζει πλέον σημάδια ομαλοποίησης, με την τιμή του ελαιολάδου στα σούπερ μάρκετ να διαμορφώνεται περίπου στα 8,5 ευρώ το λίτρο.
Παράλληλα, το επώνυμο ελαιόλαδο της προηγούμενης σοδειάς πωλείται κατά μέσο όρο κοντά στα 7 ευρώ το λίτρο, γεγονός που δείχνει ότι οι τιμές δεν κινούνται ενιαία για όλες τις κατηγορίες προϊόντων. Οι διαφοροποιήσεις σχετίζονται με την ημερομηνία παραγωγής, την ποιότητα, την προέλευση, τη συσκευασία, το εμπορικό σήμα και τις προσφορές των αλυσίδων λιανικής.
Χαμηλότερα αναμένεται να κινηθεί και η τιμή του παραδοσιακού τενεκέ, σε σύγκριση με την περσινή χρονιά. Τα πρώτα πιο αξιόπιστα δεδομένα, ωστόσο, θα προκύψουν όταν ξεκινήσει η λειτουργία των ελαιοτριβείων και καταγραφούν οι πραγματικές αποδόσεις της νέας σοδειάς. Η ποιότητα και η ποσότητα του ελαιοκάρπου θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών.
Υψηλό κόστος και έλλειψη εργατικών χεριών πιέζουν τους παραγωγούς
Η πτώση των τιμών δεν αποτελεί απαραίτητα θετική εξέλιξη για όλους. Για τους καταναλωτές σημαίνει πιθανή ανακούφιση, για τους παραγωγούς όμως δημιουργεί έντονο προβληματισμό, καθώς το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό.
Ιδιαίτερα αυξημένα είναι τα ημερομίσθια, ενώ η έλλειψη διαθέσιμου εργατικού δυναμικού δυσκολεύει σημαντικά τη συγκομιδή. Σε πολλές περιοχές, οι παραγωγοί αναγκάζονται να αναζητούν εργατικά χέρια από μακρινές περιοχές ή να καθυστερούν τη συλλογή του καρπού. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου.
Όπως τονίζεται από τους εκπροσώπους του κλάδου, τα ποσά που απαιτούνται για τη συγκομιδή έχουν καταστεί δυσβάσταχτα σε σχέση με τις τιμές πώλησης. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται το καθαρό εισόδημα των αγροτών, ακόμη και όταν η παραγωγή είναι ικανοποιητική. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο για τους μικρούς παραγωγούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν την απαραίτητη διαπραγματευτική δύναμη ή την υποδομή για να μειώσουν το κόστος.
Οι χύμα εξαγωγές περιορίζουν την προστιθέμενη αξία
Το ελαιόλαδο αποτελεί διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν και η τιμή του επηρεάζεται άμεσα από τις παγκόσμιες ισορροπίες προσφοράς και ζήτησης. Η επιστροφή της παραγωγής σε πιο φυσιολογικά επίπεδα στη Μεσόγειο είναι ο βασικός λόγος για τη σημερινή αποκλιμάκωση.
Η Ελλάδα διατηρεί ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές, με τις εξαγωγές να πλησιάζουν τους 50.000 τόνους ετησίως. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο μέρος της παραγωγής εξακολουθεί να εξάγεται χύμα. Από την ποσότητα που κατευθύνεται στο εξωτερικό, περίπου 50.000 τόνοι διακινούνται χωρίς ελληνική τυποποίηση και χωρίς να αξιοποιείται πλήρως η εμπορική αξία της ελληνικής προέλευσης.
Το πρόβλημα είναι διαχρονικό και απαιτεί ουσιαστικές αλλαγές. Η τυποποίηση, η δημιουργία ισχυρών εμπορικών σημάτων και η καλύτερη προβολή της ελληνικής ταυτότητας θα μπορούσαν να αυξήσουν τα έσοδα των παραγωγών και να ενισχύσουν τη θέση της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Συνεργασίες και τυποποίηση το ζητούμενο για το μέλλον
Η απουσία κουλτούρας συνεργασιών αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια για την αναβάθμιση του κλάδου. Παρά τις προσπάθειες που ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 για τη δημιουργία ισχυρών συνεταιρισμών και συνεργατικών σχημάτων, τα επιτυχημένα παραδείγματα εξακολουθούν να είναι περιορισμένα.
Η ανάπτυξη συνεργειών θα μπορούσε να προσφέρει στους μικρούς παραγωγούς πρόσβαση σε σύγχρονες υποδομές, καλύτερη διαπραγματευτική θέση, χαμηλότερο κόστος τυποποίησης και μεγαλύτερη δυνατότητα παρουσίας στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, θα διευκόλυνε την επένδυση στην πιστοποίηση, στην καινοτομία και στην ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού προϊόντος.
Η νέα σοδειά ελαιολάδου αναμένεται να φέρει σταθεροποίηση και χαμηλότερες τιμές, υπό την προϋπόθεση ότι οι παραγωγικές και καιρικές συνθήκες θα εξελιχθούν ομαλά. Η αποκλιμάκωση αποτελεί θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές, όμως δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αδυναμίες του κλάδου. Το μέλλον του ελληνικού ελαιολάδου θα κριθεί από το κατά πόσο η επαρκής παραγωγή θα συνδυαστεί με περιορισμό του κόστους, ενίσχυση των συνεργασιών και μετάβαση από τις χύμα εξαγωγές σε ένα πιο οργανωμένο, τυποποιημένο και ανταγωνιστικό μοντέλο.




