Η ιστορία της 87χρονης Μαρικάρμεν στην Ισπανία ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο μια πραγματικότητα που συχνά παραμένει αθέατη: η ιδιοκτησία μιας κατοικίας δεν σημαίνει απαραίτητα οικονομική ασφάλεια. Και στην Ελλάδα, πολλοί ηλικιωμένοι διαθέτουν ιδιόκτητο σπίτι, χωρίς στεγαστικό δάνειο, αλλά δυσκολεύονται να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα διατήρησής του.
Τα στοιχεία πανελλαδικής έρευνας του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), σε συνδυασμό με επίσημα δεδομένα της Eurostat, αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα. Περίπου έξι στους δέκα ανθρώπους που αντιμετωπίζουν στεγαστική υπερεπιβάρυνση στην Ελλάδα κατοικούν σε ιδιόκτητη κύρια κατοικία χωρίς εκκρεμές στεγαστικό δάνειο. Από αυτούς, περίπου το 29% είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
Μαρικάρμεν στην Ελλάδα: Όταν η ιδιοκτησία δεν αρκεί
Η υπόθεση της Μαρικάρμεν στην Ισπανία, η έξωση της οποίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, κυβερνητική κρίση και μαζικές διαμαρτυρίες, λειτούργησε ως σύμβολο της στεγαστικής ανασφάλειας των ηλικιωμένων. Η περίπτωσή της δεν αφορά μόνο ανθρώπους που αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο ή δόσεις στεγαστικών δανείων. Αφορά και εκείνους που έχουν εξοφλήσει το σπίτι τους, αλλά δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν στα έξοδα λειτουργίας και συντήρησής του.
Παρόμοιοι κίνδυνοι υπάρχουν και στην Ελλάδα. Η ιδιοκατοίκηση μπορεί να προστατεύει ένα νοικοκυριό από το ενοίκιο, δεν εξαλείφει όμως τις υπόλοιπες οικονομικές υποχρεώσεις. Λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, κοινόχρηστα, επισκευές, συντήρηση, θέρμανση, ασφάλιση και φορολογικές επιβαρύνσεις μπορούν να αποδειχθούν δυσβάσταχτα, ιδιαίτερα για ανθρώπους που ζουν αποκλειστικά από χαμηλή σύνταξη.
Η στεγαστική υπερεπιβάρυνση των ηλικιωμένων αυξάνεται
Το 2025, ο συνολικός δείκτης στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ελλάδα μειώθηκε από 28,9% σε 26,4%. Η εικόνα, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική για τους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω. Στη συγκεκριμένη ομάδα, ο δείκτης αυξάνεται για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά:
– 19,3% το 2021
– 24,9% το 2022
– 27,2% το 2023
– 30,4% το 2024
– 31,8% το 2025
Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών διαμορφώθηκε μόλις στο 8,5%. Η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη και δείχνει ότι οι ηλικιωμένοι στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν στεγαστική πίεση σε πολλαπλάσια επίπεδα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στην Ευρώπη.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά. Στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω που ζουν μόνα, η στεγαστική υπερεπιβάρυνση φθάνει το 62,1%, δηλαδή σχεδόν δύο στους τρεις. Στην ΕΕ-27, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 17,5%. Για τα ζευγάρια στα οποία τουλάχιστον ένας από τους δύο ενήλικες είναι 65 ετών και άνω, ο δείκτης στην Ελλάδα ανέρχεται σε 23,3%, έναντι 5,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υψηλότερα έξοδα, χαμηλότερα εισοδήματα
Η πίεση δεν οφείλεται μόνο στην άνοδο του κόστους ζωής. Οι ηλικιωμένοι στην Ελλάδα διαθέτουν και σημαντικά χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ χωρών λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στις τιμές, το μέσο μηνιαίο συνολικό κόστος στέγασης των ιδιοκτητών στην Ελλάδα ανέρχεται σε 674,8 PPS. Στην ΕΕ-27 φθάνει τα 499,2 PPS. Με άλλα λόγια, το κόστος είναι περίπου 35% υψηλότερο στην Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, το διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα των πολιτών ηλικίας 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 12.388 PPS, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τα 20.886 PPS. Το ελληνικό εισόδημα αντιστοιχεί μόλις στο 59% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου.
Η απόκλιση έχει διευρυνθεί την τελευταία περίοδο. Από το 2019 έως το 2025, το κόστος στέγασης ενός ηλικιωμένου που ζει μόνος σε ιδιόκτητη κατοικία αυξήθηκε περίπου κατά 38%, από 293,1 σε 405,8 PPS τον μήνα. Το εισόδημα των ατόμων 65+ αυξήθηκε κατά περίπου 27%, από 9.723 σε 12.388 PPS. Την ίδια περίοδο, το συνολικό διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα του πληθυσμού αυξήθηκε περίπου κατά 39%.
Αυτό σημαίνει ότι το κόστος κατοικίας για τους ηλικιωμένους αυξήθηκε περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες ταχύτερα από το εισόδημά τους.
Καθυστερήσεις λογαριασμών και ενεργειακή φτώχεια
Η στεγαστική υπερεπιβάρυνση αποτυπώνεται και στις καθημερινές δυσκολίες των ηλικιωμένων. Μεταξύ όσων είναι 65 ετών και άνω και ζουν μόνοι, το 43,7% αντιμετωπίζει καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στην ΕΕ-27, το ποσοστό περιορίζεται στο 4,8%.
Παράλληλα, το 27,1% δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς θερμή, έναντι 11,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ενεργειακή φτώχεια επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την υγεία και την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων, οι οποίοι συχνά χρειάζονται περισσότερη θέρμανση ή ψύξη, αλλά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν το σχετικό κόστος.
Το κενό στη στεγαστική πολιτική
Η έρευνα της ΠΑΝΣΥΠΟ υπογραμμίζει ότι οι υφιστάμενες στεγαστικές παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στην πρόσβαση στην ιδιοκτησία, στην ενοικίαση και στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχει ένας μόνιμος και στοχευμένος μηχανισμός για τους χαμηλού εισοδήματος ιδιοκτήτες που έχουν εξοφλήσει την κύρια κατοικία τους, αλλά αδυνατούν να καλύψουν τα έξοδα διατήρησής της.
Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης και ανακαίνισης μπορούν να προσφέρουν βοήθεια, δεν αντιμετωπίζουν όμως το σύνολο του προβλήματος. Πολλοί ηλικιωμένοι χρειάζονται άμεση στήριξη για λογαριασμούς, κοινόχρηστα, επισκευές και βασικές ανάγκες κατοικίας, όχι μόνο επιδοτήσεις για μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις.
Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι μπορεί πράγματι να υπάρχουν «Μαρικάρμεν» και στην Ελλάδα: ηλικιωμένοι που έχουν σπίτι, αλλά κινδυνεύουν να χάσουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά τους επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος ζωής μέσα σε αυτό. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί, επομένως, πολιτικές που δεν θα περιορίζονται στην απόκτηση κατοικίας, αλλά θα διασφαλίζουν ότι κάθε άνθρωπος, ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής, μπορεί πραγματικά να την κατοικεί με ασφάλεια.




