Χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την ελληνική οικονομία, καθώς η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση ενισχύει την αβεβαιότητα και αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του World Economic Outlook, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,8% κατά τη διετία 2026-2027, χαμηλότερα από τις προβλέψεις του προσχεδίου του κρατικού προϋπολογισμού.
Το προσχέδιο προβλέπει ανάπτυξη 2% για το τρέχον έτος και 2,3% για την επόμενη χρονιά, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφορετική αποτίμηση των οικονομικών κινδύνων από το ΔΝΤ και το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Η απόκλιση συνδέεται κυρίως με τις υψηλότερες εκτιμήσεις για τις διεθνείς τιμές της ενέργειας, αλλά και με την εξασθένηση της εξωτερικής ζήτησης, η οποία μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τον τουρισμό.
ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία: Πιέσεις από την ενέργεια και τον πληθωρισμό
Κεντρικό στοιχείο των προβλέψεων του ΔΝΤ είναι οι τιμές των καυσίμων. Το Ταμείο εκτιμά ότι η μέση διεθνής τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί στα 95,74 δολάρια το βαρέλι το 2026 και στα 87,39 δολάρια το 2027. Οι παραδοχές αυτές είναι υψηλότερες από εκείνες που έχουν ενσωματωθεί στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, όπου το υπουργείο Οικονομικών βασίζεται σε παλαιότερες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τιμές 91,2 και 78,2 δολαρίων αντίστοιχα.
Η διαφορά στις εκτιμήσεις έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς η χώρα παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας. Η αύξηση του κόστους εισαγωγής καυσίμων μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές μεταφορών, ηλεκτρικής ενέργειας, προϊόντων και υπηρεσιών. Παράλληλα, επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.
Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί στο 4,2% το 2026, από 2,9% το 2025. Για το 2027 αναμένει αποκλιμάκωση στο 3,6%, ωστόσο η υποχώρηση δεν αναμένεται να είναι αρκετή ώστε να εξαλειφθούν οι πιέσεις στην αγοραστική δύναμη. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι τα νοικοκυριά θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν αυξημένα έξοδα για βασικά αγαθά, ενέργεια, στέγαση και υπηρεσίες.
Πιο αισιόδοξες είναι οι εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει ότι ο εθνικός πληθωρισμός θα περιοριστεί στο 3,8% και θα υποχωρήσει στο 2,6% το 2027. Για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος επιτρέπει συγκρίσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αντίστοιχες προβλέψεις ανέρχονται σε 3,6% και 2,4%.
Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει σημαντική επιτάχυνση των πληθωριστικών πιέσεων στο Inflation Monitor. Ως βασικούς παράγοντες αναδεικνύει την άνοδο των τιμών ενέργειας και τις έντονες ανατιμήσεις στις υπηρεσίες, προβλέποντας ετήσιο πληθωρισμό 3,5% το 2026, έναντι 2,9% το 2025.
Μείωση της ανεργίας, αλλά όχι άμεση αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης
Σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, το ΔΝΤ εμφανίζεται πιο αισιόδοξο για την αγορά εργασίας. Προβλέπει ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα υποχωρήσει στο 8% το 2026 και στο 7,6% το 2027. Οι κυβερνητικές προβλέψεις κάνουν λόγο για ανεργία 8,4% και 7,9% αντίστοιχα.
Εφόσον οι εκτιμήσεις του Ταμείου επιβεβαιωθούν, η εξέλιξη θα αποτελέσει θετική ένδειξη για την απασχόληση και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Ωστόσο, η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει τις απώλειες εισοδήματος που προκαλεί η ακρίβεια. Η πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι μισθοί θα αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές.
Διευρύνεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών
Οι υψηλές τιμές ενέργειας και οι αυξημένες εισαγωγές καυσίμων αναμένεται να επηρεάσουν και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το έλλειμμα θα διευρυνθεί από 5,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 6,6% το 2026, πριν περιοριστεί μερικώς στο 5,9% το 2027.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη σταδιακή διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας. Ένα παρατεταμένο κύμα ανατιμήσεων μπορεί επομένως να επιβαρύνει ταυτόχρονα τον πληθωρισμό, το εμπορικό ισοζύγιο και τα δημόσια οικονομικά.
Δύσκολη η διεθνής συγκυρία
Η έκθεση του World Economic Outlook επισημαίνει ότι οι οικονομίες που εισάγουν ενέργεια και δεν συμμετέχουν στενά στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας της τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζουν έναν δυσμενή συνδυασμό πιέσεων. Οι χώρες αυτές καλούνται να διαχειριστούν υψηλότερο κόστος εισαγωγών, μειωμένα πραγματικά εισοδήματα, περιορισμένα περιθώρια οικονομικής πολιτικής και λιγότερα οφέλη από την τεχνολογική επενδυτική άνοδο.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 3,1% το 2026 και 3,4% το 2027. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι παραμένουν κυρίως καθοδικοί, εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας και τροφίμων, των γεωπολιτικών εντάσεων, των δημοσιονομικών πιέσεων και του ενδεχομένου νέας μεγάλης υποχώρησης στις διεθνείς αγορές.
Για την ευρωζώνη, το Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% το 2026 και 1,2% το 2027. Το περιβάλλον χαμηλής ευρωπαϊκής ανάπτυξης μπορεί να επηρεάσει την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα μέσω της εξωτερικής ζήτησης, των επενδύσεων και του τουρισμού.
Στις εργασίες των ετήσιων συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης από τις 12 έως τις 18 Οκτωβρίου, συμμετέχει και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Η ενεργειακή ασφάλεια, η δημοσιονομική αντοχή και οι προοπτικές της παγκόσμιας ανάπτυξης αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Συνολικά, το ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία περιγράφει μια εικόνα συνέχισης της ανάπτυξης, αλλά με σαφώς μεγαλύτερες προκλήσεις. Η επιβράδυνση του ΑΕΠ στο 1,8%, η άνοδος του πληθωρισμού και η διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος καταδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση της παραγωγικότητας, διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και αποτελεσματικότερη προστασία των εισοδημάτων.



