Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GR.EC.A.) εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για την προτεινόμενη απαγόρευση χρήσης μετρητών κατά την εξόφληση παραγγελιών που παραδίδονται μέσω εταιρειών ταχυμεταφοράς. Η ρύθμιση, από την οποία εξαιρούνται οι παραγγελίες φαγητού από σούπερ μάρκετ, καθώς και οι παραγγελίες μέσω efood και Wolt, προκαλεί αντιδράσεις στην αγορά, καθώς, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, ενδέχεται να δημιουργήσει άνιση μεταχείριση μεταξύ φυσικού και ηλεκτρονικού εμπορίου και να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.
Ο GR.EC.A. αναγνωρίζει τη σημασία της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών πληρωμών, της διαφάνειας των συναλλαγών και της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η αποδοχή αυτών των στόχων δεν σημαίνει αυτομάτως και αποδοχή κάθε μέτρου που προτείνεται για την επίτευξή τους. Ιδιαίτερα όταν μια ρύθμιση περιορίζει τις επιλογές των καταναλωτών, αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων ή εφαρμόζεται διαφορετικά ανάλογα με το κανάλι πώλησης και παράδοσης.
Απαγόρευση μετρητών στις πληρωμές των courier και άνιση μεταχείριση
Κατά τον GR.EC.A., το σημαντικότερο ζήτημα αφορά τη διαφορετική αντιμετώπιση παρόμοιων συναλλαγών ανάλογα με τον τρόπο ολοκλήρωσής τους. Στα φυσικά καταστήματα εξακολουθεί, κατά κανόνα, να επιτρέπεται η εξόφληση συναλλαγών κάτω των 500 ευρώ με μετρητά. Αντίθετα, στις ηλεκτρονικές αγορές που εξοφλούνται κατά την παράδοση μέσω courier προτείνεται πλήρης απαγόρευση των μετρητών, ανεξάρτητα από την αξία της παραγγελίας.
Έτσι, ένας καταναλωτής θα μπορεί να αγοράσει ένα προϊόν από ένα φυσικό κατάστημα και να το πληρώσει με μετρητά, ενώ ενδέχεται να μην έχει την ίδια δυνατότητα αν παραγγείλει το ίδιο προϊόν από ένα ηλεκτρονικό κατάστημα και επιλέξει παράδοση μέσω εταιρείας ταχυμεταφοράς. Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την αναλογικότητα και τη δικαιοσύνη του μέτρου.
Ο Σύνδεσμος επισημαίνει επίσης ότι οι συναλλαγές μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου διαθέτουν ήδη σημαντικό βαθμό καταγραφής και ιχνηλασιμότητας. Η παραγγελία, η αποστολή, η παράδοση και η είσπραξη καταγράφονται σε διαφορετικά στάδια, ενώ τα ποσά που εισπράττονται μέσω αντικαταβολής μπορούν να αποδίδονται στις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις μέσω τραπεζικών λογαριασμών.
Ανάγκη αποσαφήνισης του πεδίου εφαρμογής
Ο GR.EC.A. ζητά να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης διάταξης. Ειδικότερα, χρειάζονται απαντήσεις για το αν η απαγόρευση θα αφορά:
– Την εξόφληση παραγγελιών στα φυσικά σημεία εξυπηρέτησης και παραλαβής των εταιρειών courier.
– Τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται με ίδια μέσα του πωλητή.
– Τις παραδόσεις προϊόντων ή γευμάτων από επιχειρήσεις εστίασης και τρίτους διανομείς.
– Άλλα μοντέλα παράδοσης και παραλαβής, όπως τα σημεία παραλαβής, τα lockers ή οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις.
Η έλλειψη σαφών κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική μεταχείριση επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά. Ο GR.EC.A. τονίζει ότι δεν είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται απολύτως ίδιοι κανόνες σε κάθε συναλλαγή. Ωστόσο, κάθε διαφοροποίηση θα πρέπει να δικαιολογείται αντικειμενικά, να υπηρετεί συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και να μην επιβαρύνει δυσανάλογα το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής
Ο Σύνδεσμος θεωρεί ότι η προτεινόμενη απαγόρευση θα πρέπει να συνοδεύεται από τεκμηριωμένη αξιολόγηση του προβλήματος που επιχειρεί να αντιμετωπίσει. Παράλληλα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η απαγόρευση μετρητών στις πληρωμές των courier είναι αποτελεσματικότερη από άλλες, λιγότερο περιοριστικές λύσεις.
Στο πλαίσιο της αντικαταβολής δημιουργούνται ηλεκτρονικά δεδομένα για την παραγγελία, την αποστολή, την παράδοση και την είσπραξη. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για φορολογικούς ελέγχους, διασταυρώσεις και ενίσχυση της διαφάνειας. Για τον λόγο αυτό, ο GR.EC.A. προτείνει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα η ενίσχυση της διασύνδεσης των πληροφοριακών συστημάτων και η καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων συναλλακτικών δεδομένων.
Η αντικαταβολή ως παράγοντας εμπιστοσύνης
Για πολλούς καταναλωτές, η αντικαταβολή δεν αποτελεί απλώς έναν τρόπο πληρωμής, αλλά και έναν μηχανισμό οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου ο καταναλωτής πραγματοποιεί για πρώτη φορά αγορά από ένα ηλεκτρονικό κατάστημα, η δυνατότητα πληρωμής κατά την παράδοση μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό κίνητρο ολοκλήρωσης της παραγγελίας.
Η υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ενδέχεται να δυσκολέψει τη συμμετοχή στο ηλεκτρονικό εμπόριο για ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών, όπως ηλικιωμένους, άτομα με περιορισμένη εξοικείωση με τις ψηφιακές πληρωμές, πολίτες χωρίς κάρτα ή πρόσβαση σε κατάλληλα ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και επισκέπτες και τουρίστες με περιορισμούς στη χρήση των διαθέσιμων υπηρεσιών πληρωμής.
Ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζεται και για κατοίκους απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών, όπου η συνδεσιμότητα, η κάλυψη δικτύου και η πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες μπορεί να είναι περιορισμένες.
Επιπτώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Η περαιτέρω ψηφιοποίηση των πληρωμών μπορεί μακροπρόθεσμα να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και να περιορίσει το κόστος διαχείρισης μετρητών. Ωστόσο, ο GR.EC.A. προειδοποιεί ότι τα οφέλη αυτά δεν είναι βέβαιο πως θα προκύψουν άμεσα ή πως θα αντισταθμίσουν το αρχικό κόστος προσαρμογής.
Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι εντονότερες για τις μικρομεσαίες και νεοσύστατες επιχειρήσεις, καθώς και για τα ηλεκτρονικά καταστήματα της περιφέρειας. Οι επιχειρήσεις αυτές συχνά στηρίζονται στην προσωπική σχέση με τον πελάτη και στη δυνατότητα αντικαταβολής για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη νέων καταναλωτών.
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος ζητά να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος της ρύθμισης στον ανταγωνισμό με τις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι διεθνείς πλατφόρμες διαθέτουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, οικονομίες κλίμακας και ήδη ανεπτυγμένες υποδομές ηλεκτρονικών πληρωμών. Ως αποτέλεσμα, είναι πιθανό να προσαρμοστούν ευκολότερα σε νέες απαιτήσεις, ενώ οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις μπορεί να αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερες δυσκολίες.
Τεχνικά προβλήματα και ανάγκη εναλλακτικής διαδικασίας
Ο GR.EC.A. θεωρεί ότι η ολοκλήρωση μιας παράδοσης δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από την αδιάλειπτη λειτουργία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των POS, των τραπεζικών συστημάτων και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.
Στην καθημερινή λειτουργία των courier μπορεί να παρουσιαστούν προσωρινή απώλεια σύνδεσης στο διαδίκτυο, ανεπαρκής κάλυψη κινητής τηλεφωνίας, τεχνική βλάβη σε POS ή SoftPOS, διακοπή λειτουργίας τραπεζικών συστημάτων ή αποτυχία εξουσιοδότησης μιας συναλλαγής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αδυναμία ηλεκτρονικής πληρωμής μπορεί να προκαλέσει αποτυχημένες παραδόσεις, πρόσθετες διαδρομές, αυξημένο λειτουργικό κόστος και ταλαιπωρία για τον καταναλωτή.
Για τον λόγο αυτό, ο Σύνδεσμος ζητά τη δημιουργία σαφούς και ενιαίου μηχανισμού εναλλακτικής ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Παράλληλα, προτείνει να εξεταστεί η κατ’ εξαίρεση χρήση μετρητών σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις τεχνικής αδυναμίας, με κατάλληλες δικλείδες καταγραφής και ελέγχου.
Η πρόταση για επανεξέταση του πλαισίου
Με βάση τα παραπάνω, ο GR.EC.A. θεωρεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν θα πρέπει να προχωρήσει χωρίς ουσιαστική επανεξέταση. Ζητά την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητάς της, την ισότιμη μεταχείριση φυσικού και ηλεκτρονικού εμπορίου, καθώς και τη διασφάλιση της ελευθερίας επιλογής των καταναλωτών.
Παράλληλα, προτείνει ολοκληρωμένη μελέτη των οικονομικών και επιχειρησιακών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους τεχνολογικής προσαρμογής, των πιθανών χρεώσεων και των επιπτώσεων στη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ζητά επίσης σαφή οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής, επαρκή μεταβατική περίοδο, διαδικασίες αντιμετώπισης τεχνικών προβλημάτων και εξέταση λιγότερο περιοριστικών λύσεων, όπως η ενίσχυση της ηλεκτρονικής καταγραφής και της φορολογικής ιχνηλασιμότητας.
Η απαγόρευση μετρητών στις πληρωμές των courier αποτελεί ένα μέτρο με σημαντικές επιπτώσεις για καταναλωτές, ηλεκτρονικά καταστήματα και εταιρείες ταχυμεταφοράς. Για τον GR.EC.A., η τελική απόφαση θα πρέπει να προκύψει μέσα από ουσιαστικό διάλογο με την αγορά, τους παρόχους πληρωμών, τις επιχειρήσεις courier και τους εκπροσώπους των καταναλωτών, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της διαφάνειας χωρίς να περιοριστεί αδικαιολόγητα η πρόσβαση και η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.




