Νέες, δραματικές διαστάσεις λαμβάνει η κρίση στον πρωτογενή τομέα, καθώς κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι προειδοποιούν για σημαντικές αυξήσεις στην τιμή της φέτας τους επόμενους μήνες. Η βασική αιτία είναι η μεγάλη έλλειψη πρόβειου γάλακτος, η οποία συνδέεται άμεσα με την εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και τη μαζική απώλεια ζωικού κεφαλαίου.
Η κατάσταση δημιουργεί σοβαρές πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής. Από τους κτηνοτρόφους και τα τυροκομεία μέχρι τα ράφια των σούπερ μάρκετ και τις εξαγωγικές αγορές, οι επιπτώσεις είναι ήδη αισθητές. Η φέτα κινδυνεύει να μετατραπεί σταδιακά σε είδος πολυτελείας για τα ελληνικά νοικοκυριά, ενώ παράλληλα εντείνεται η ανησυχία για το αν η Ελλάδα θα μπορέσει να διατηρήσει την παραγωγή και την προστατευόμενη ονομασία του εμβληματικού προϊόντος της.
Φέτα: Η «μαύρη τρύπα» στην παραγωγή πρόβειου γάλακτος
Το πρόβειο γάλα παρουσιάζει σημαντική έλλειψη στην αγορά, η οποία υπολογίζεται ήδη περίπου στο 10%. Η θανάτωση περισσότερων από 500.000 αιγοπροβάτων λόγω της ευλογιάς έχει περιορίσει δραστικά την παραγωγική βάση, ενώ η ανασύσταση των κοπαδιών προχωρά με αργούς ρυθμούς.
Ως αποτέλεσμα, η μέση τιμή του πρόβειου γάλακτος έχει εκτοξευθεί στα 1,85 ευρώ. Η αύξηση αυτή μετακυλίεται αναπόφευκτα στο κόστος παραγωγής των τυροκομικών προϊόντων και, τελικά, στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής. Με το κόστος του γάλακτος να έχει σχεδόν διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, οι παραγωγοί και οι έμποροι δυσκολεύονται πλέον να απορροφήσουν τις αυξήσεις.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στα τυροκομεία της Αχαΐας, όπου η ευλογιά έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες στα κοπάδια και έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση της παραγωγής. Οι επαγγελματίες του κλάδου περιγράφουν μια κατάσταση αβεβαιότητας, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την αποκατάσταση της παραγωγής.
Ο κτηνοτρόφος Θανάσης Καβαίος, μιλώντας στον ΑΝΤ1, επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Κινδυνεύουμε να χάσουμε και το όνομα της φέτας, γιατί δεν θα έχουμε γάλα και έχουν μειωθεί τα κοπάδια και είναι όλα στον αέρα».
Από την πλευρά του, ο τυροκόμος Κλέαρχος Κλεπκός προειδοποιεί ότι οι καταναλωτές δύσκολα θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες τιμές: «Ο κόσμος δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει, γιατί η αύξηση που θα γίνει στην τιμή θα ξεπεράσει το 20%».
Ο τυροκόμος Κώστας Μαυρογιάννης περιγράφει την εξέλιξη του κόστους με χαρακτηριστικό τρόπο: «Αν πριν πούμε ότι ήταν 1 ευρώ, σχεδόν έχει φτάσει τα 2 ευρώ. Έτσι και η τιμή της φέτας έχει διπλασιαστεί. Από 6-7 ευρώ το κιλό, είναι διπλάσια τώρα και παραπάνω».
Πόσο μπορεί να αυξηθεί η τιμή της φέτας στο ράφι
Παρά τη συρρίκνωση της παραγωγής γάλακτος, η ζήτηση για φέτα παραμένει υψηλή, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η περιορισμένη προσφορά σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο αναμένεται να πιέσει περαιτέρω τις τελικές τιμές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, η τιμή της φέτας μπορεί να αυξηθεί έως και 4 ευρώ το κιλό. Από τα 12 έως 14 ευρώ που κοστίζει σήμερα, ενδέχεται να φτάσει ακόμη και τα 16 ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε αύξηση μεταξύ 14% και 23%, ανάλογα με το είδος του προϊόντος, την περιοχή και το σημείο πώλησης.
Οι προοπτικές για το επόμενο διάστημα παραμένουν δυσοίωνες. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι από τον Ιανουάριο του 2027 η παραγωγή μπορεί να μειωθεί ακόμη περισσότερο, ενώ ήδη έχουν καταγραφεί έως και 80.000 τόνοι λιγότεροι. Παράλληλα, οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν αυξημένα έξοδα για ζωοτροφές, ενέργεια, μεταφορές και κτηνιατρική φροντίδα.
Στο συνολικό κόστος προστίθεται και η επιβάρυνση των εξαγωγών. Η μεταφορά των προϊόντων στις διεθνείς αγορές γίνεται ακριβότερη, γεγονός που μειώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής φέτας και περιορίζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Πλήγμα στις εξαγωγές και κίνδυνος για την ονομασία
Η κρίση δεν αφορά μόνο την εγχώρια αγορά. Ανησυχία επικρατεί και για το μέλλον των ελληνικών εξαγωγών, καθώς η φέτα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα της ελληνικής διατροφής και έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πρεσβευτές της χώρας στο εξωτερικό.
Μέχρι σήμερα, η φέτα αποτελούσε συχνά την πρώτη επιλογή των καταναλωτών στις διεθνείς αγορές, κυρίως επειδή συνδύαζε την αυθεντικότητα με σχετικά προσιτή τιμή. Αν, όμως, το κόστος αυξηθεί σημαντικά, οι καταναλωτές και οι εισαγωγείς ενδέχεται να στραφούν σε φθηνότερα υποκατάστατα ή σε προϊόντα άλλων χωρών.
Η ιδιοκτήτρια τυροκομείου Παναγιώτα Παναγιωτοπούλου σημειώνει: «Έχουν επηρεαστεί φυσικά από το πρόβλημα της ευλογιάς και δεν ξέρουμε και πού θα φτάσει αυτό».
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, την ίδια την προστατευόμενη ονομασία «φέτα». Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει αυστηρούς κανόνες για την παραγωγή της, όμως η αδυναμία κάλυψης της ζήτησης μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό από προϊόντα που κυκλοφορούν σε άλλες χώρες με παρόμοιες ονομασίες.
Σε αρκετές αγορές παράγονται και διατίθενται ήδη προϊόντα με την ένδειξη «ελληνική φέτα» ή «ελληνικό γιαούρτι», χωρίς να έχουν επηρεαστεί από την ίδια παραγωγική κρίση. Αν η Ελλάδα δεν μπορέσει να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες αυθεντικής φέτας, υπάρχει κίνδυνος να χάσει μερίδιο αγοράς και να αποδυναμωθεί η θέση της στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Ένα κρίσιμο στοίχημα για την ελληνική κτηνοτροφία
Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις. Η στήριξη των κτηνοτρόφων, η γρήγορη ανασύσταση των κοπαδιών, η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και η προστασία των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές θεωρούνται απαραίτητες προϋποθέσεις.
Η φέτα δεν είναι απλώς ένα ακόμη τρόφιμο. Αποτελεί κομμάτι της ελληνικής παραγωγικής και πολιτιστικής ταυτότητας, αλλά και σημαντικό εξαγωγικό προϊόν. Η έλλειψη γάλακτος και η άνοδος του κόστους απειλούν τόσο την τσέπη των καταναλωτών όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με ακριβότερη φέτα, αλλά και με μια βαθύτερη απειλή: να περιοριστεί η παραγωγή της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αμφισβητηθεί η πρωταγωνιστική θέση της χώρας και, τελικά, να κινδυνεύσει ακόμη και το όνομα της φέτας.




