Πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για νέα μέτρα κατά της ακρίβειας διεκδικεί η Αθήνα στη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης και της Παρασκευής, 15 και 16 Οκτωβρίου. Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε να χρηματοδοτήσει παρεμβάσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να πιέζονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Η ακρίβεια βρίσκεται ήδη στην ατζέντα της διήμερης ευρωπαϊκής συνάντησης. Οι ηγέτες των κρατών-μελών αναμένεται να συζητήσουν προσωρινές και στοχευμένες ενισχύσεις, δίνοντας παράλληλα κατευθύνσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα επόμενα βήματα. Για την Ελλάδα, το βασικό ζητούμενο είναι να αυξηθεί το ποσό που μπορεί να διαθέσει για τη στήριξη της οικονομίας, χωρίς να παραβιαστούν οι δεσμεύσεις για τον έλεγχο των δημόσιων δαπανών.
Ακρίβεια και ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση
Η ελληνική πρόταση στηρίζεται στην αξιοποίηση των πρόσθετων φορολογικών εσόδων που προκύπτουν από την άνοδο των τιμών. Η Αθήνα ζητά να εξαιρεθεί, έως ένα συγκεκριμένο όριο, μέρος των προσωρινών μέτρων στήριξης από τον υπολογισμό των καθαρών δαπανών.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει θέσει το αίτημα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνδέοντάς το κυρίως με τις επιπλέον εισπράξεις από τον ΦΠΑ. Όταν οι τιμές αυξάνονται, το Δημόσιο εισπράττει περισσότερο φόρο, ακόμη και αν ο φορολογικός συντελεστής παραμένει αμετάβλητος. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα μέρος αυτών των πρόσθετων εσόδων θα πρέπει να μπορεί να επιστρέφει στην κοινωνία, μέσω στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Στην ίδια συζήτηση συμμετέχει και η Ιταλία, η οποία επιδιώκει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του υψηλότερου πληθωρισμού στον σχεδιασμό των δημόσιων δαπανών της. Οι δύο χώρες έχουν καταθέσει ξεχωριστές επιστολές, αντιμετωπίζουν όμως ένα κοινό πρόβλημα: η ενεργειακή αναταραχή αυξάνει τις ανάγκες στήριξης, την ώρα που τα δημοσιονομικά περιθώρια παραμένουν περιορισμένα.
Η Κομισιόν, από την πλευρά της, διατηρεί επιφυλάξεις απέναντι σε νέες εξαιρέσεις. Ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις έχει υπογραμμίσει την ανάγκη τήρησης των κανόνων και διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Έτσι, η διαπραγμάτευση εξελίσσεται σε ένα σύνθετο «μπρα ντε φερ», καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα τις τιμές της ενέργειας, την κοινωνική πίεση και το αυξημένο κόστος δανεισμού.
Τα φορολογικά έσοδα και το αποθεματικό του 2027
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού αποτυπώνει τόσο το ύψος των φορολογικών εσόδων όσο και τα περιθώρια που υπάρχουν για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Τα φορολογικά έσοδα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 75,729 δισ. ευρώ φέτος και προβλέπεται να φτάσουν τα 77,878 δισ. ευρώ το 2027. Για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης έχει ενσωματωθεί πρόβλεψη δαπανών ύψους 200 εκατ. ευρώ για την επόμενη χρονιά.
Η άνοδος των τιμών ενισχύει τα έσοδα από τον ΦΠΑ, εφόσον ο όγκος των αγορών παραμένει σταθερός. Για παράδειγμα, σε ένα προϊόν με καθαρή τιμή 100 ευρώ και ΦΠΑ 24%, ο φόρος ανέρχεται σε 24 ευρώ. Αν η καθαρή τιμή αυξηθεί στα 110 ευρώ, ο ΦΠΑ φτάνει τα 26,40 ευρώ. Ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερο, ενώ το Δημόσιο εισπράττει επιπλέον φόρο χωρίς να έχει αλλάξει ο συντελεστής.
Στα συνολικά έσοδα επιδρούν, βέβαια, και άλλοι παράγοντες. Το προσχέδιο καταγράφει υπέρβαση των εισπράξεων από τον ΦΠΑ κατά 1,548 δισ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό στόχο. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται 306 εκατ. ευρώ από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, καθώς και η θετική επίδραση από την αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Η ελληνική διεκδίκηση αφορά ειδικά τα πρόσθετα έσοδα που συνδέονται με τον απρόβλεπτο πληθωρισμό. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες, ωστόσο, εστιάζουν στην πορεία των καθαρών δαπανών. Επομένως, η αύξηση των εσόδων δεν αρκεί από μόνη της· πρέπει να συνδυαστεί με την εξασφάλιση επιτρεπόμενου δημοσιονομικού χώρου για νέες παρεμβάσεις. Παράλληλα, το προσχέδιο προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ το 2027.
Πού κατευθύνεται το 1 δισ. ευρώ για ενεργειακές επενδύσεις
Η ευελιξία για ενεργειακές επενδύσεις, στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός, αφορά διαφορετική κατηγορία δαπανών. Η επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής δημιουργεί περιθώριο για έργα συνολικού ύψους σχεδόν 1 δισ. ευρώ έως το 2028, με χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται αντλίες θερμότητας και ηλιακοί θερμοσίφωνες για περίπου 100.000 δικαιούχους, έργα αποθήκευσης ενέργειας, καθώς και παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης σε σχολεία και δημόσια κτήρια. Πρόκειται για επενδύσεις που έχουν διπλό στόχο: να περιορίσουν την κατανάλωση και να μειώσουν την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Η σχετική εξαίρεση αφορά το όριο αύξησης των καθαρών δαπανών. Τα ποσά, ωστόσο, εξακολουθούν να προσμετρώνται στο πρωτογενές αποτέλεσμα και στο δημόσιο χρέος. Για τις άμεσες ενισχύσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η Αθήνα επιδιώκει πρόσθετη ευελιξία μέσα από την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση.
Μέτρα στήριξης πριν από τον χειμώνα
Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει παρέμβαση ύψους περίπου 95 εκατ. ευρώ για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας. Η στήριξη αφορά κλάδους όπως τα τρόφιμα, τα χαρτικά, τα πλαστικά και τα τσιμέντα, όπου το κόστος ενέργειας επηρεάζει άμεσα την παραγωγή και, τελικά, τις τιμές των προϊόντων.
Στο μέτωπο των καυσίμων, η κυβερνητική προτεραιότητα ξεκινά από το πετρέλαιο θέρμανσης και συνεχίζεται με το ντίζελ και τη βενζίνη. Η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης αρχίζει στις 15 Οκτωβρίου, την ίδια ημέρα με την έναρξη της Συνόδου Κορυφής. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει παρέμβαση στην τιμή, αλλά και αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των νοικοκυριών κατά τους χειμερινούς μήνες.
Για τους αλιείς, ο διπλασιασμός της επιδότησης πετρελαίου φτάνει έως τα 32 λεπτά ανά λίτρο και αφορά την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο. Ο πρωθυπουργός έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο για πρόσθετες παρεμβάσεις στον κλάδο, παραπέμποντας σε περισσότερες ανακοινώσεις προς το τέλος Οκτωβρίου.
Η Σύνοδος Κορυφής αποτελεί, επομένως, κρίσιμο σταθμό για την ελληνική προσπάθεια αντιμετώπισης της ακρίβειας. Η Αθήνα ζητά μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων, προκειμένου να στηρίξει την κοινωνία και την παραγωγή χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα. Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό αν θα υπάρξουν νέες ενισχύσεις πριν από τον χειμώνα και πόσο αποτελεσματικά θα μπορέσει η κυβέρνηση να περιορίσει το βάρος της ακρίβειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.




