Η κατανάλωση κρασιού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 11,1% κατά την αμπελοοινική περίοδο 2025/2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ). Η εξέλιξη αυτή ανατρέπει τις προηγούμενες εκτιμήσεις για υποχώρηση της ζήτησης και διαμορφώνει μια διαφορετική εικόνα για την αγορά οίνου στη χώρα.
Με βάση τα επίσημα δεδομένα για την παραγωγή, τις εισαγωγές, τις εξαγωγές και τα αποθέματα, η εγχώρια κατανάλωση κρασιού ανήλθε σε περίπου 1,11 εκατ. εκατόλιτρα, έναντι 1 εκατ. εκατολίτρων την προηγούμενη αμπελοοινική περίοδο. Η αύξηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά είχε επηρεαστεί από εκτιμήσεις για περιορισμένη ζήτηση, αλλά και από τη μείωση των τιμών των οινοστάφυλων το φθινόπωρο του 2026.
Κατανάλωση κρασιού στην Ελλάδα: Τα βασικά στοιχεία
Ο υπολογισμός της κατανάλωσης βασίζεται σε ένα σύνολο επίσημων μεγεθών που αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα της αγοράς. Κατά την περίοδο 2025/2026, η δηλωμένη οινοπαραγωγή ανήλθε σε 1,6 εκατ. εκατόλιτρα, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 302.910 εκατόλιτρα. Την ίδια περίοδο, οι εξαγωγές έφτασαν τα 282.020 εκατόλιτρα.
Παράλληλα, περίπου 247.000 εκατόλιτρα κρασιού κατευθύνθηκαν σε βιομηχανικές χρήσεις. Το μέγεθος αυτό αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αποτύπωση της πραγματικής κατανάλωσης, καθώς δεν αφορά αποκλειστικά την κατανάλωση κρασιού από τα νοικοκυριά, την εστίαση ή τα σημεία λιανικής πώλησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα αποθέματα. Στις 31 Ιουλίου 2026 ανήλθαν σε 2 εκατ. εκατόλιτρα, έναντι 1,7 εκατ. εκατολίτρων στην αρχή της περιόδου. Η αύξηση των αποθεμάτων υποδηλώνει ότι, παρά την ενισχυμένη κατανάλωση, η παραγωγή και οι εισαγωγές διατήρησαν την προσφορά σε υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι η αγορά εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές ποσότητες προϊόντος, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τις τιμές και τις εμπορικές επιλογές των παραγωγών.
Η εικόνα της αγοράς και οι προηγούμενες εκτιμήσεις
Η αύξηση 11,1% στην κατανάλωση κρασιού διαφοροποιείται αισθητά από την εικόνα μειωμένης ζήτησης που είχε επικρατήσει στην αγορά. Οι προηγούμενες εκτιμήσεις είχαν συνδεθεί, μεταξύ άλλων, με τη μείωση των τιμών των οινοστάφυλων και με την ανησυχία ότι οι καταναλωτές θα περιόριζαν τις αγορές τους λόγω των αυξημένων οικονομικών πιέσεων.
Ωστόσο, τα στοιχεία της ΚΕΟΣΟΕ δείχνουν ότι η εγχώρια αγορά κινήθηκε τελικά σε υψηλότερα επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να συνδέεται με την αυξημένη παρουσία του κρασιού στην εστίαση και στον τουρισμό, καθώς και με τη ζήτηση για ελληνικές ετικέτες στην εσωτερική αγορά. Παράλληλα, η κατανάλωση μπορεί να επηρεάστηκε από αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών, την ενίσχυση των οργανωμένων δικτύων διανομής και την ευρύτερη διαθεσιμότητα προϊόντων διαφορετικών κατηγοριών και τιμών.
Η αύξηση, πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγορά έχει επιστρέψει σε επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών. Η συνολική πορεία του κλάδου εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών, το κόστος παραγωγής, τη φορολογία, τον ανταγωνισμό από άλλα αλκοολούχα ποτά και τις οικονομικές συνθήκες.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση παραμένει σε πτωτική πορεία
Παρά τη σημαντική ετήσια άνοδο, η κατά κεφαλήν κατανάλωση κρασιού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 10,6 λίτρα και εξακολουθεί να παρουσιάζει διαχρονικά πτωτική πορεία. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η αύξηση της περιόδου 2025/2026 δεν αρκεί για να ανατρέψει τη μακροπρόθεσμη τάση.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση αποτελεί έναν πιο σταθερό δείκτη για την εξέλιξη της αγοράς, καθώς επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών περιόδων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές στον πληθυσμό ή στις εμπορικές ροές. Η διατήρησή της σε χαμηλότερα επίπεδα αναδεικνύει την ανάγκη για ενέργειες που θα ενισχύσουν την αξία και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού κρασιού, τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, η αγορά καλείται να προσεγγίσει νεότερους καταναλωτές και να ανταποκριθεί σε νέες τάσεις, όπως η ζήτηση για προϊόντα χαμηλότερου αλκοολικού βαθμού, η υπεύθυνη κατανάλωση και η αναζήτηση πιστοποιημένης προέλευσης. Η ανάδειξη των ελληνικών ποικιλιών και η σύνδεση του κρασιού με τη γαστρονομία και τον τουρισμό μπορούν επίσης να συμβάλουν στη διεύρυνση της ζήτησης.
Περιορισμοί των διαθέσιμων δεδομένων
Η ΚΕΟΣΟΕ διευκρινίζει ότι τα συγκεκριμένα μεγέθη προκύπτουν από τα επίσημα καταγεγραμμένα δεδομένα. Δεν περιλαμβάνουν, επομένως, ενδεχόμενες αδήλωτες ποσότητες κρασιού που προέρχονται από σταφύλια άλλων χρήσεων, όπως επιτραπέζια σταφύλια και σταφίδες.
Επιπλέον, τα στοιχεία αφορούν την αμπελοοινική περίοδο που ολοκληρώθηκε στις 31 Ιουλίου 2026. Ως εκ τούτου, δεν αποτυπώνουν την πορεία της κατανάλωσης κατά τους επόμενους μήνες ούτε τυχόν μεταβολές που σημειώθηκαν μετά το τέλος της περιόδου. Για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων θα χρειαστεί να εξεταστούν και τα επόμενα διαθέσιμα στοιχεία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, τις τιμές και τη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Η αύξηση 11,1% στην κατανάλωση κρασιού στην Ελλάδα αποτελεί θετική ένδειξη για την αγορά, αλλά δεν αναιρεί τις διαχρονικές προκλήσεις του κλάδου. Η άνοδος της συγκεκριμένης περιόδου διαφοροποιεί την εικόνα μειωμένης ζήτησης και επιβεβαιώνει ότι το ελληνικό κρασί εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική θέση στην εγχώρια αγορά. Παράλληλα, η χαμηλότερη κατά κεφαλήν κατανάλωση και η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στα δεδομένα δείχνουν ότι η συνολική πορεία θα πρέπει να αξιολογηθεί σε βάθος χρόνου.




