Σε περικοπές πτήσεων και περιορισμό δαπανών προχωρούν οι αεροπορικές εταιρείες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, καθώς οι τιμές των καυσίμων για παραδόσεις σε έξι μήνες έχουν αυξηθεί στα 1.200-1.300 δολάρια ανά τόνο, έναντι περίπου 700 δολαρίων που αποτελούν το συνηθισμένο επίπεδο αναφοράς για τον κλάδο, με τις εταιρείες να προσαρμόζουν τα χειμερινά και τα επόμενα προγράμματά τους για να περιορίσουν τις επιπτώσεις στην κερδοφορία.
Το αυξημένο κόστος των καυσίμων επηρεάζει ήδη τα οικονομικά αποτελέσματα των αεροπορικών εταιρειών και τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων. Περίπου 6 εκατ. θέσεις αφαιρέθηκαν τον Σεπτέμβριο από τα προγράμματα πτήσεων του τελευταίου τριμήνου του 2026, ενώ η αμερικανική Delta Air Lines αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για τα ετήσια κέρδη, καθώς αναμένει αύξηση του λογαριασμού καυσίμων κατά 6 δισ. δολάρια σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Οι εταιρείες προετοιμάζονται για έναν χειμώνα με υψηλότερο λειτουργικό κόστος και χαμηλότερη εποχική ζήτηση. Η easyJet και η Lufthansa έχουν ήδη περιορίσει τη διαθέσιμη χωρητικότητά τους, ενώ στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ότι οι μικρότεροι αερομεταφορείς ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες στη διαχείριση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ryanair, Μάικλ Ο’Λίρι, περιέγραψε την κατάσταση ως «μια κρίση σε πλήρη εξέλιξη», εκτιμώντας ότι οι πιέσεις θα συνεχιστούν και το επόμενο έτος. Σε δηλώσεις του στο Reuters, προειδοποίησε ότι οι τιμές των αεροπορικών καυσίμων, οι οποίες είναι περίπου 50% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, ενδέχεται να παραμείνουν αυξημένες για ακόμη 12 έως 18 μήνες. Κατά την εκτίμησή του, οι υψηλές τιμές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον κλάδο έως το 2028. Ο ίδιος ανέφερε επίσης ότι οι αυξήσεις στα αεροπορικά εισιτήρια θα συνεχιστούν, καθώς οι εταιρείες θα επιχειρήσουν να μετακυλίσουν μέρος του πρόσθετου κόστους στους επιβάτες. Έχει προειδοποιήσει ακόμη ότι οι τιμές των εισιτηρίων το επόμενο καλοκαίρι θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 20%.
Περιορισμός πτήσεων και ανησυχίες για μικρότερες εταιρείες
Ο χειμώνας αποτελεί παραδοσιακά περίοδο χαμηλότερης ζήτησης για πολλές αεροπορικές εταιρείες, γεγονός που αυξάνει την πίεση στις επιχειρήσεις τους όταν συμπίπτει με άνοδο του κόστους καυσίμων και άλλων λειτουργικών δαπανών. Ο διευθύνων σύμβουλος της IAG, Λουίς Γκαγιέγο, προειδοποίησε ότι μικρές και μεσαίες αεροπορικές εταιρείες ενδέχεται να δυσκολευτούν να επιβιώσουν τους επόμενους μήνες. Οι ανησυχίες στην αγορά εντείνονται μετά την κατάρρευση της αμερικανικής Spirit Airlines τον Μάιο και της airBaltic τον Σεπτέμβριο. Η easyJet έχει διπλασιάσει τις προγραμματισμένες περικοπές της για τον χειμώνα, αφαιρώντας επιπλέον 700.000 θέσεις από το πρόγραμμά της. Η μείωση αφορά τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση υποχωρεί εποχικά και οι εταιρείες καλούνται να περιορίσουν τις πτήσεις που δεν θεωρούν επαρκώς αποδοτικές. Στοιχεία της Cirium, τα οποία επικαλούνται οι Financial Times, δείχνουν ότι μόνο τον Σεπτέμβριο οι αεροπορικές εταιρείες αφαίρεσαν συνολικά 6 εκατ. θέσεις από τις προγραμματισμένες πτήσεις του Οκτωβρίου, του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου. Ο αριθμός αντιστοιχεί περίπου στο 1% της συνολικής χωρητικότητας. Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στα προγράμματα πτήσεων. Σχεδόν δώδεκα αερομεταφορείς έχουν ζητήσει από εταιρείες εκμίσθωσης αεροσκαφών αναβολή πληρωμών για αρκετούς μήνες ή μείωση των μηνιαίων μισθωμάτων κατά περίπου 10%, σύμφωνα με πηγές της αγοράς που επικαλείται η βρετανική εφημερίδα. Παράλληλα, οι αεροπορικές εταιρείες επιταχύνουν την απόσυρση παλαιότερων αεροσκαφών, τα οποία καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα σε σύγκριση με νεότερα μοντέλα. Η easyJet επισπεύδει την αντικατάσταση των Airbus A319, ενώ η Lufthansa σχεδιάζει να αποσύρει νωρίτερα ορισμένα παλαιότερα αεροσκάφη. Η γερμανική εταιρεία προγραμματίζει επίσης να περιορίσει τη χρήση μεγάλων αεροσκαφών Airbus A380 και Boeing 747 κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια των εταιρειών να μειώσουν το κόστος ανά πτήση και να προσαρμόσουν τη χωρητικότητα στις συνθήκες της αγοράς.
Τα συμβόλαια αντιστάθμισης περιορίζουν σταδιακά την προστασία
Πρόσθετη επιβάρυνση για τις αεροπορικές εταιρείες προκαλεί η σταδιακή λήξη των συμβολαίων αντιστάθμισης κινδύνου. Μέσω αυτών των συμφωνιών, πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες είχαν εξασφαλίσει καύσιμα σε χαμηλότερες τιμές, προστατεύοντας μέρος των δαπανών τους από τις διακυμάνσεις της αγοράς. Καθώς τα συμβόλαια λήγουν, οι εταιρείες καλούνται είτε να συνάψουν νέες συμφωνίες σε υψηλότερες τιμές είτε να προμηθεύονται καύσιμα απευθείας από την αγορά. Η δεύτερη επιλογή τις αφήνει περισσότερο εκτεθειμένες σε ενδεχόμενες νέες αυξήσεις. Ο διευθύνων σύμβουλος της easyJet, Κέντον Τζάρβις, δήλωσε στους Financial Times ότι ακόμη και οι τιμές για παραδόσεις σε έξι μήνες παραμένουν στα 1.200 με 1.300 δολάρια ανά τόνο. Το επίπεδο αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τα περίπου 700 δολάρια ανά τόνο, τα οποία θεωρούνται συνηθισμένα για τον κλάδο. Παράλληλα, έχει διευρυνθεί σημαντικά η διαφορά μεταξύ της τιμής του αργού πετρελαίου και της τιμής των αεροπορικών καυσίμων. Η διαφορά αυτή είναι γνωστή ως crack spread και αποτελεί βασικό παράγοντα για το τελικό κόστος προμήθειας των αεροπορικών εταιρειών. Ως αποτέλεσμα, όμιλοι όπως η Lufthansa και η IAG έχουν αρχίσει να αντισταθμίζουν απευθείας τον κίνδυνο από τις τιμές των αεροπορικών καυσίμων και όχι μόνο από τις τιμές του πετρελαίου. Οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αντίστοιχες στρατηγικές αντιστάθμισης για τα αεροπορικά καύσιμα, παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένες στις μεταβολές των τιμών.
Η Delta μειώνει τις προβλέψεις για τα κέρδη
Η Delta Air Lines αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων που προκαλεί η άνοδος του κόστους καυσίμων. Η αμερικανική εταιρεία αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για τα ετήσια κέρδη, παρά τη διατήρηση ισχυρής ζήτησης και τις αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων. Σύμφωνα με το Reuters, η Delta περιόρισε κατά σχεδόν 25% την πρόβλεψή της για τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή το 2026. Πλέον εκτιμά ότι θα διαμορφωθούν μεταξύ 5,10 και 5,60 δολαρίων, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης από 6,50 έως 7,50 δολάρια. Η εταιρεία αναμένει ότι ο λογαριασμός καυσίμων θα αυξηθεί κατά περίπου 6 δισ. δολάρια σε σχέση με το 2025. Μόνο κατά το τρίτο τρίμηνο, οι δαπάνες για καύσιμα αυξήθηκαν κατά 62% σε ετήσια βάση και έφτασαν τα 4,1 δισ. δολάρια. Το ποσό ήταν υψηλότερο κατά περισσότερα από 500 εκατ. δολάρια σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις της Delta. Η μέση τιμή καυσίμων που κατέβαλε η εταιρεία διαμορφώθηκε στα 3,61 δολάρια ανά γαλόνι. Η τιμή ήταν αυξημένη κατά 60% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοίνωσε η Delta στις 9 Οκτωβρίου. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Εντ Μπάστιαν, προειδοποίησε ότι ο κλάδος ενδέχεται να χρειαστεί να περιορίσει περαιτέρω την αύξηση των πτήσεων το 2027, προκειμένου να προστατεύσει την κερδοφορία του. Οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες δαπάνησαν συνολικά 42,9 δισ. δολάρια για καύσιμα κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026. Το ποσό ήταν αυξημένο κατά 13,2 δισ. δολάρια σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters. Η Delta εξακολουθεί, πάντως, να καταγράφει ισχυρή ζήτηση, ιδιαίτερα στις ακριβότερες κατηγορίες θέσεων και στα επαγγελματικά ταξίδια. Η εταιρεία προβλέπει αύξηση των εσόδων κατά περίπου 20% για το τέταρτο τρίμηνο, παρά την επιβάρυνση από το ενεργειακό κόστος.
Ανθεκτική η ζήτηση για business class και πτήσεις μεγάλων αποστάσεων
Η αύξηση του λειτουργικού κόστους δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο όλες τις κατηγορίες ταξιδιωτών και δρομολογίων. Οι πτήσεις μεγάλων αποστάσεων και οι θέσεις business class διατηρούν ισχυρή ζήτηση, ακόμη και μετά τις αυξήσεις των εισιτηρίων. Μεγαλύτερες πιέσεις παρατηρούνται στις πτήσεις μικρών αποστάσεων και στα ταξίδια αναψυχής, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Οι επιβάτες που ταξιδεύουν για διακοπές εμφανίζονται περισσότερο ευαίσθητοι στις αυξήσεις των τιμών, ενώ η ζήτηση από επιβάτες που επιλέγουν ακριβότερες κατηγορίες εισιτηρίων παραμένει πιο σταθερή. Ο διευθύνων σύμβουλος της Lufthansa, Κάρστεν Σπορ, εκτίμησε ότι οι εταιρείες χαμηλού κόστους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες, καθώς οι επιβάτες που επιλέγουν ακριβότερες κατηγορίες εισιτηρίων εμφανίζονται λιγότερο ευαίσθητοι στις ανατιμήσεις. Η easyJet καταγράφει ασθενέστερες κρατήσεις για το επόμενο καλοκαίρι σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές. Παράλληλα, διαπιστώνει ότι περισσότεροι επιβάτες πραγματοποιούν τις κρατήσεις τους πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης, περιορίζοντας την ορατότητα των εταιρειών ως προς τη μελλοντική ζήτηση. Η IAG διατηρεί αμετάβλητη τη συνολική χειμερινή χωρητικότητά της, αλλά έχει περιορίσει ορισμένα δρομολόγια της Vueling από τη Βαρκελώνη. Τα αεροσκάφη που απελευθερώνονται μεταφέρονται σε άλλες γραμμές, στο πλαίσιο της προσαρμογής του δικτύου στις συνθήκες ζήτησης. Το βασικό ζήτημα για τις αεροπορικές εταιρείες τους επόμενους μήνες είναι κατά πόσο η ζήτηση θα παραμείνει αρκετά ισχυρή ώστε να στηρίξει τις αυξημένες τιμές των εισιτηρίων. Με το κόστος των καυσίμων να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα και τα συμβόλαια αντιστάθμισης να λήγουν, οι περικοπές πτήσεων και ο περιορισμός των δαπανών αναμένεται να συνεχίσουν να αποτελούν βασικές επιλογές για την προστασία της κερδοφορίας.




